Tag Archives: οικονομία

ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ… ΤΗΣ ΦΙΛΟΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΧΩΡΑΣ

Σκιές στο αφήγημα των επενδύσεων που θα επιχειρήσει να «πουλήσει» ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στα ξένα funds του Λονδίνου επιμένουν να ρίχνουν οι «κολλημένες» πάνω από το 4% αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, το σίριαλ της Ελληνικός Χρυσός και μια σειρά από αποκρατικοποιήσεις.

Την ίδια στιγμή που ο υπουργός Οικονομικών θα απευθύνεται την Πέμπτη σε εκπροσώπους επενδυτικών οίκων, μιλώντας για ευκαιρίες και βελτίωση στο επιχειρηματικό κλίμα της χώρας, οι «γκρίζες ζώνες» της οικονομίας σε τρία μέτωπα θα θυμίζουν πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Το πρώτο αφορά την πορεία αποδόσεων του ελληνικού δεκαετούς που παραμένει καρφωμένο στο 4,07%, δείχνοντας πόσο μεγάλη απόσταση μας χωρίζει από χώρες σαν την Κύπρο, η οποία ξεπερνώντας κάθε προσδοκία, άντλησε 1,5 δισ. από τις αγορές, επίσης μέσω 10ετούς ομολόγου, με επιτόκιο 2,4%.

Το δεύτερο μέτωπο λέγεται επενδυτές, και παρ’ ότι η ομιλία Τσίπρα στη ΔΕΘ έγινε με το βλέμμα στραμμένο σε αυτούς, η εκκρεμότητα με την Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής στοιχειώνει μονίμως το αφήγημα, στέλνοντας τα αντίθετα μηνύματα. Εν είδει προειδοποιητικής βολής, η Hellas Gold, θυγατρική της καναδικής Eldorado, υπέβαλε χθες εξώδικο αίτημα αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 750 εκατ. ευρώ. Αφορά ζημιές που έχει υποστεί, όπως αναφέρει, από τις καθυστερήσεις στην έκδοση αδειών για το project των Σκουριών, όπως δαπάνες και διαφυγόντα κέρδη. Στην πράξη, η ανακοίνωση «φωτογραφίζει» το ποσό που θα διεκδικήσει η εταιρεία, αν και εφόσον τα πράγματα οδηγηθούν ξανά στα δικαστήρια. Σενάριο όχι απίθανο, κρίνοντας από την απάντηση του αρμόδιου υπουργείου Περιβάλλοντος, ότι ακόμη η Ελληνικός Χρυσός δεν έχει προσκομίσει τις εγγυήσεις που ζητά το Δημόσιο για την παραγωγή καθαρών μετάλλων, οι οποίες αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στις Σκουριές.

Το τρίτο μέτωπο ονομάζεται αποκρατικοποιήσεις. Δεν είναι τόσο τα φετινά έσοδα, όπου δύσκολα θα επιτευχθεί ο στόχος των 2 δισ. αν δεν εγκριθεί ώς τα τέλη του έτους η συναλλαγή 1,1 δισ. για τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, όσο μια σειρά από ανακολουθίες, αντιδράσεις και δυσκολίες που πηγαίνουν πίσω άλλα μεγάλα projects.

Τέτοια είναι η περίπτωση της Εγνατίας Οδού, όπου η ολοκλήρωση του εν εξελίξει διαγωνισμού μετατίθεται ακόμη πιο βαθιά στο εκλογικό 2019, μετά και την απόρριψη από τη Γενική Διεύθυνση Μεταφορών της Κομισιόν (DG Move) της τιμολογιακής πολιτικής διοδίων που απέστειλε το καλοκαίρι το υπουργείο Υποδομών-Μεταφορών. Σε εκείνη την επιστολή, ο αρμόδιος υπουργός Χρ. Σπίρτζης, ζητούσε εξαίρεση των ελληνικών αυτοκινητόδρομων, όπως και της Εγνατίας, από τη νέα ευρωπαϊκή Οδηγία για επιβολή διοδίων στα φορτηγά άνω των 3,5 τόνων, ανάλογα με τους ρύπους που αυτά εκπέμπουν. Το σκεπτικό του αιτήματος εξαίρεσης ήταν ότι οι διαγωνισμοί για τους ελληνικούς οδικούς άξονες είχαν _ όλοι ξεκινήσει πριν ψηφιστεί η σχετική κοινοτική νομοθεσία. Ειδικά όμως για την Εγνατία, η Κομισιόν έκρινε ότι λόγω της παραχώρησης σε ιδιώτη επενδυτή, ο βορειοελλαδικός άξονας θεωρείται νέο έργο, επομένως πρέπει να ισχύσει η Οδηγία. Το γεγονός τινάζει την τιμολογιακή πολιτική διοδίων για τον αυτοκινητόδρομο στον αέρα, αφού θα πρέπει αυτή να γίνει από την αρχή. Το χειρότερο μάλιστα είναι, απ’ ό,τι λένε οι πληροφορίες, ότι οι Κοινοτικοί επιμένουν πως η νέα πολιτική ρύπων πρέπει να ισχύσει όχι μόνο στην Εγνατία, αλλά και σε κάθε νέο αυτοκινητόδρομο, όπως π.χ. στον βόρειο άξονα της Κρήτης. Έτερο ζήτημα αφορά στην πιστοποίηση με βάση τις νέες κοινοτικές οδηγίες των 17 σηράγγων του βορειοελλαδικού άξονα, όπου λέγεται πως με ευθύνη των κατά καιρούς διοικήσεων της Εγνατίας, δεν έχουν επικαιροποιηθεί οι μελέτες επικινδυνότητας.

Στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης

Στην πράξη, η ολοκλήρωση του διαγωνισμού της Εγνατίας θα βρεθεί στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης, όπως άλλωστε και σειρά άλλων projects, από τα ΕΛΠΕ και τη ΔΕΠΑ έως την πώληση του 30% του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος». Καμία από όλες αυτές τις ιδιωτικοποιήσεις δεν προβλέπεται να έχει ολοκληρωθεί πριν από το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο του 2019. Και επειδή σε προεκλογική περίοδο οι αποκρατικοποιήσεις συνήθως «παγώνουν», το πιθανότερο είναι όχι θα μείνουν «προίκα» στην επόμενη κυβέρνηση. Στην περίπτωση της ΔΕΠΑ, η Επιτροπή Ανταγωνισμού αποφάσισε να διερευνήσει πιο βαθιά το deal με τη Shell για την εξαγορά από τη δημόσια επιχείρηση των ΕΠΑ και ΕΔΑ Αττικής. Στο σενάριο που εξαντληθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία των 45 ημερών, τότε δύσκολα θα τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα προκήρυξης του διαγωνισμού πώλησης της ΔΕΠΑ Εμπορίας τον Νοέμβριο. Ακόμη όμως και να μη γίνει αυτό, η εμπειρία δείχνει ότι χρειάζονται 10-12 μήνες από την ημέρα που προκηρύσσεται ένας διαγωνισμός μέχρι αυτός να ολοκληρωθεί. Όχι νωρίτερα επομένως από το φθινόπωρο του 2019, δηλαδή πάνω στις επόμενες εκλογές, εφόσον η κυβέρνηση εξαντλήσει τη θητεία της.

Στην περίπτωση των ΕΛΠΕ, τα εμπόδια που συνάντησαν οι υποψήφιοι μνηστήρες Glencore και Vitol να επισκεφτούν τα διυλιστήρια, μεταθέτουν τον καθορισμό ημερομηνίας υποβολής προσφορών. Αντί για Οκτώβριο, αυτή θα οριστεί μάλλον τον Νοέμβριο, που σημαίνει ότι καλώς εχόντων των πραγμάτων, το κλείσιμο της συναλλαγής θα πρέπει να τοποθετείται το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο του 2019. Διάστημα που ίσως παραταθεί περαιτέρω, εφόσον ο νικητής του διαγωνισμού χρειαστεί να υποβάλει, όπως απαιτεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δημόσια προσφορά προς όσους από τους μικρομετόχους θελήσουν να του πουλήσουν τις μετοχές τους.

Ουδείς συζητά τέλος για πώληση των μειοψηφικών ποσοστών στα νερά, δηλαδή ΕΥΑΘ, ΕΥΔΑΠ, για τα οποία τόσος ντόρος είχε γίνει παλαιότερα ότι ενδιαφέρονται οι Γάλλοι. Το ίδιο ισχύει και για το 17% της ΔΕΗ. Εκκρεμεί άλλωστε η πώληση των λιγνιτικών της μονάδων, για την οποία όχι μόνο θα δοθεί μικρή παράταση για την υποβολή προσφορών, έπειτα από σχετικό αίτημα ενός εκ των διεκδικητών τους, αλλά υπάρχει και έντονος προβληματισμός για τα τιμήματα, μετά την πρόσφατη εκτίναξη των τιμών ρύπων.

[ΠΗΓΗ: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, του Γιώργου Φιντικάκη, 19/9/2018]

PEW RESEARCH CENTER: ΟΚΤΩ ΣΤΟΥΣ ΔΕΚΑ ΈΛΛΗΝΕΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΦΤΩΧΟΤΕΡΑ

Τι καταγράφει η έρευνα του Ινστιτούτου για την άποψη των πολιτών όσον αφορά τις οικονομικές προοπτικές

Ο Σεπτέμβριος και Οκτώβριος του 2008 ήταν οι χειρότεροι μήνες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, παρατηρεί ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι. Η ύφεση και οι συνέπειες που τη συνόδευσαν επηρέασαν και τη διάθεση των πολιτών, ακόμα και στις πιο αναπτυγμένες οικονομίες, αναφέρει έρευνα του Pew Research Center που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας και μελέτησε τις αντιδράσεις 27 χωρών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η αλλαγή της διάθεσης του κοινού όσον αφορά στην οικονομία ήταν δραματική σε ορισμένα κράτη, όπως συμπεραίνει κανείς με βάση τα στοιχεία. Το 2018, περίπου οι οκτώ στους δέκα Γερμανούς (ποσοστό 78%) δηλώνουν ότι οι οικονομικές συνθήκες στη χώρα τους σήμερα είναι καλές. Περίπου τα 2/3 των Αμερικανών πολιτών (ποσοστό 65%) εκφράζουν επίσης την αισιοδοξία τους για την οικονομία. Βελτιωμένη είναι και η διάθεση των κατοίκων της Πολωνίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, λιγότερο της Ιαπωνίας και της Κένυας.

Σε γενικές γραμμές, η μεγαλύτερη αλλαγή της διάθεσης των πολιτών όσον αφορά στις οικονομικές προοπτικές της χώρας τους παρατηρείται στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Πολωνία, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, το Ισραήλ, τη Νότια Κορέα, την Κένυα, τη Ρωσία, τον Καναδά, την Ινδονησία και την Ισπανία.

Το άγχος για την επόμενη γενιά

Σαφώς η αισιοδοξία που καταγράφεται δεν έχει «σβήσει» τις ανησυχίες για το μέλλον. Σε 18 από τα 27 κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα -συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και της Ισπανίας- περισσότεροι από τους μισούς πολίτες πιστεύουν πως τα παιδιά τους θα ζήσουν σε συνθήκες χειρότερες απ′ ότι μεγάλωσαν οι ίδιοι.

Στις προηγούμενες έρευνες της Pew Research οι εν λόγω ανησυχίες περιορίζονταν στις προηγμένες οικονομίες, ενώ τώρα η διαφορά έγκειται στο γεγονός πως οι περισσότερες ανησυχίες για την οικονομική ευημερία της επόμενης γενιάς εκφράζονται στις αναδυόμενες αγορές.

Είναι χαρακτηριστικό πως στην Ελλάδα μόνο το 18% των πολιτών θεωρεί πως τα πράγματα στο μέλλον θα είναι καλύτερα για τα παιδιά τους.

Σε συνδυασμό βέβαια με το αυξανόμενο άγχος για το μέλλον, η πεποίθηση που κυριαρχεί σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο είναι ότι οι καιροί ήταν καλύτεροι την εποχή πριν τη μεγάλη ύφεση. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται στο γεγονός πως η πλειοψηφία των πολιτών στα 15 από τα 27 κράτη που ρωτήθηκαν πιστεύουν πως σε σύγκριση με είκοσι χρόνια πριν, η οικονομική κατάσταση του μέσου ανθρώπου είναι πολύ χειρότερη σήμερα.

Την άποψη αυτή ειδικότερα εκφράζει το 87% των Ελλήνων, το 72% των Ιταλών, το 62% των Ισπανών, το 56% των Γάλλων και το 53% των Βρετανών.

Τι ισχύει στην πραγματικότητα

Αυτό που αξίζει ωστόσο να σημειωθεί είναι πως οι απαισιόδοξες αντιλήψεις του κοινού για την καλύτερη οικονομική κατάσταση του παρελθόντος πολλές φορές δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, μεγάλο μέρος των Βραζιλιάνων αυτή τη στιγμή δηλώνει πως οι οικονομικές συνθήκες είναι χειρότερες σήμερα, ωστόσο το ΑΕΠ της χώρας εμφανίζεται βελτιωμένο. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Ισπανίας και της Γαλλίας, όπου επίσης το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν έχει βελτιωθεί κατά 25% και 11% αντίστοιχα.

O παρακάτω πίνακας αποτυπώνει τις σκέψεις των πολιτών για την οικονομική κατάσταση του σήμερα σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το 87% των Ελλήνων θεωρεί πως τα πράγματα τώρα είναι πολύ χειρότερα, ενώ μεγάλο είναι το ποσοστό και για την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Περισσότερο αισιόδοξοι εμφανίζονται οι Πολωνοί και οι Σουηδοί.

…και η έκθεση του ΟΟΣΑ

Στο μεταξύ ενδιάμεση έκθεσή για τις οικονομικές προοπτικές (Interim Economic Outlook) που δημοσιεύει ο ΟΟΣΑ τονίζει τις επιπτώσεις των εμπορικών εντάσεων στην παγκόσμια ανάπτυξη.

«Η υψηλή αβεβαιότητα επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια ανάπτυξη», είναι ο τίτλος της έκθεσης του ΟΟΣΑ, με τον Οργανισμό να ψαλιδίζει τις προβλέψεις που είχε κάνει τον Μάιο για τον ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας κατά 0,1% για το 2018 και 0,2% για το 2019.

Ο ΟΟΣΑ ψαλίδισε – κατά 0,2% – τις προβλέψεις του και για την οικονομία της Ευρωζώνης, όπως και για τις περισσότερες οικονομίες της G20, ενώ έχει αναθεωρήσει δραστικά επί τα χείρω τις προβλέψεις του για τις οικονομίες της Τουρκίας και της Αργεντινής. Για την Ευρωζώνη προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2% φέτος και 1,9% το 2019 έναντι 2,5% το 2017.

«Χρειάζονται περαιτέρω δημοσιονομικές και τραπεζικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της αντοχής της Ευρωζώνης», αναφέρει. «Η αντοχή και η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν, λόγω της αβεβαιότητας για τις πολιτικές επιλογές, όπως στην Ιταλία, και τις μελλοντικές ρυθμίσεις μεταξύ της Βρετανίας και της υπόλοιπης ΕΕ. Η πρόσφατη αύξηση των επασφάλιστρων κινδύνου των ιταλικών κρατικών ομολόγων και η συνδεόμενη με αυτή μείωση των μετοχικών αξιών των ιταλικών τραπεζών δείχνουν τον ρυθμό, με τον οποίο μπορεί να εμφανισθούν πάλι συνεχείς αδυναμίες στην Ευρωζώνη», προσθέτει.

Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι ένα πλαίσιο πανευρωπαϊκής εγγύησης των καταθέσεων θα αύξανε την εμπιστοσύνη και θα βοηθούσε στη διαφοροποίηση των κινδύνων. Υποστηρίζει, επίσης, τη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών ασφαλών ομολόγων και ένα ταμείο δημοσιονομικής σταθεροποίησης για την Ευρωζώνη που θα βοηθούσε στην απορρόφηση μεγάλων αρνητικών οικονομικών σοκ και θα αποτελούσε ένα πρόσθετο μέσο που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί στην περίπτωση μίας ύφεσης.

[Φωτό: ROSTISLAV_SEDLACEK VIA GETTY IMAGES]

[ΠΗΓΗ: https://www.huffingtonpost.gr/, 20/9/2018]

ΕΡΙΞΕ ΔΙΧΤΥΑ ΧΩΡΙΣ… ΔΟΛΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ Ο ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ

Στριμώχτηκε όταν τον ρώτησαν για Eldorado, Ελληνικό και τράπεζες – Ο υπουργός Οικονομικών, ο οποίος συμμετείχε στο 13ο Roadshow που διοργανώνουν τα Ελληνικά Χρηματιστήρια, προσπάθησε να καθησυχάσει τους επενδυτές λέγοντας ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν προτίθεται να τους εκπλήξει.

Δύσκολες ερωτήσεις για την Eldorado, τις καθυστερήσεις σε Ελληνικό και την επιστροφή στις αγορές, τη χαμηλή ανάπτυξη και την κατάσταση των τραπεζών δέχθηκε από επενδυτές στο Λονδίνο ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Ο υπουργός, ο οποίος συμμετείχε στο 13ο Roadshow που διοργανώνουν τα Ελληνικά Χρηματιστήρια, προσπάθησε να καθησυχάσει λέγοντας ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν προτίθεται να εκπλήξει τους επενδυτές. «Έχουμε ήδη ανακοινώσει ένα πολυετές αναπτυξιακό σχέδιο που δεν περιλαμβάνει ιδέες για το τι θα θέλαμε να κάνουμε αλλά δράσεις με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα που μπορεί κάποιος να ελέγξει», είπε ο υπουργός για να τονίσει ότι για παράδειγμα η συνέχιση και ολοκλήρωση του Κτηματολογίου θα δίνει στους μελλοντικούς επενδυτές την ευκολία να ξέρουν τι και πού μπορούν να επενδύσουν. «Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. δεν θέλει να εκπλήξει. Το πρόγραμμά μας θα είναι γνωστό», κατέληξε ο υπουργός.

Ελληνικό, Eldorado

Από εκεί και πέρα ο υπουργός ρωτήθηκε γιατί να έρθει κάποιος επενδυτής στην Ελλάδα όταν βλέπει την περιπέτεια της Eldorado Gold και την καθυστέρηση στο Ελληνικό. Ο υπουργός παρέπεμψε στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων δίνοντας ως παράδειγμα τα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, το χώρο της ενέργειας και τα περιφερειακά αεροδρόμια, την επέκταση της σύμβασης για το Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελ Βενιζέλος» κ.ά.

Επί της ουσίας σε ό,τι αφορά στην Eldorado είπε χωρίς να αναφερθεί σε λεπτομέρειες ότι η Ελλάδα είναι ένα σύγχρονο κράτος όπου ισχύουν νόμοι που προστατεύουν το περιβάλλον και πρέπει όλοι να τους σέβονται.

Για το Ελληνικό τόνισε ότι ήταν απαραίτητο πριν προχωρήσει η επένδυση να επανεξεταστούν οι περιβαλλοντικοί όροι και οι όροι χρήσης γης, κάτι που ήταν απαραίτητο σε μια τόσο μεγάλη επένδυση.

Ο κ. Τσακαλώτος ανέφερε επίσης ως πρόκριμα επενδύσεων και τη συμφωνία των Πρεσπών για τη FYROM αφού, όπως είπε, θα καταστήσει τη Θεσσαλονίκη κόμβο για όλα τα Βαλκάνια ανοίγοντας ευκαιρίες για επενδύσεις από τους ενδιαφερομένους.

Σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση βρέθηκε όταν ρωτήθηκε για την κατάσταση των τραπεζών και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας. «Καταλαβαίνω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για σας είναι η χρηματοδότηση των τραπεζών», είπε παραπέμποντας σε συμφωνίες με την ΕΤΕπ, στην ανακατεύθυνση κοινοτικών κονδυλίων και τις συνεταιριστικές τράπεζες που μπορούν να υποκαταστήσουν τις μεγάλες εμπορικές τράπεζες σε τοπικό επίπεδο.

Για τις μεγάλες εμπορικές τράπεζες και τη μείωση των «κόκκινων» δανείων είπε ότι γίνονται προσπάθειες, υπάρχουν εργαλεία όπως ο εξωδικαστικός και ο νόμος Κατσέλη-Σταθάκη αλλά η ομαλότητα θα χρειαστεί χρόνο

Από το 2019 και εάν στις αγορές

Στο κρίσιμο ερώτημα για την επιστροφή στις αγορές ο υπουργός Οικονομικών παρέπεμψε στην ουσία για το 2019 όταν, όπως είπε, ο ΟΔΔΗΧ θα εκδώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δανεισμού.

Σχετικά με τη χρήση του αποθέματος ρευστότητας των 24 δισ. ευρώ είπε ότι δεν είναι το υποκατάστατο της εξόδου στις αγορές αλλά το μέσο που θα διευκολύνει μια έξοδο με καλύτερους όρους για την Ελλάδα. Πολλές οι ερωτήσεις του κοινού και για το θέμα της μη εφαρμογής των περικοπών των συντάξεων από το 2019 που έχει ανοίξει εδώ και καιρό η κυβέρνηση.

Ο υπουργός επανέλαβε ότι για την ελληνική πλευρά το θέμα δεν είναι διαρθρωτικό. Οπως είπε, η περικοπή της προσωπικής διαφοράς σε παλιές συντάξεις δεν θα έχει καμία επίδραση μακροπρόθεσμα αφού η δαπάνη των συντάξεων θα βαίνει μειούμενη και το 2020 και το 2030 και το 2040. Με αυτό το δεδομένο τόνισε ότι ούτε και το ΔΝΤ φαίνεται να επιμένει στο ότι το μέτρο είναι διαρθρωτικό.

[ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, του Τάσου Δασόπουλου, 21/9/2019]

ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Η δεκαετής κρίση οδήγησε σε σημαντική συρρίκνωση της οικονομίας με την ύφεση να επικρατεί για αρκετά χρόνια και σε απώλεια του εισοδήματος με άμεσες συνέπειες στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Για την ανάκτηση του “χαμένου εδάφους” και την επιστροφή σε επίπεδα προ-κρίσης θα απαιτηθούν αρκετά χρόνια και υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχουμε δεσμευτεί.

Η βελτίωση της απόδοσης συγκεκριμένων δεικτών της οικονομίας είναι προφανώς καλοδεχούμενη αλλά θα πρέπει να αναλύσουμε την προέλευση της βελτίωσης και κατά πόσο αυτή είναι πραγματική. Συγκεκριμένα, παρατηρείται και συζητούμε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας η οποία όμως δεν προέρχεται από ανάλογη αύξηση του επιπέδου παραγωγής αλλά από σημαντική μείωση του μισθολογικού κόστους. Το επίπεδο μισθών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, δημιουργώντας επιπλοκές στην εγχώρια κατανάλωση και αφήνοντας μελανά αποτυπώματα στον κοινωνικό ιστό. Από την άλλη πλευρά, όταν παρατηρείται αύξηση του μισθολογικού κόστους αυτή δεν μεταφέρεται στο πραγματικό εισόδημα αλλά αφορά αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις (και συνεπώς βλάπτει την ανταγωνιστικότητα).

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στους δείκτες της ανεργίας που ενώ γίνεται λόγος για μείωση, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ευέλικτες μορφές εργασίας και η μερική απασχόληση κυριαρχούν στην αγορά εργασίας. Είναι σαφές ότι η μείωση της ανεργίας είναι θετική εξέλιξη για την οικονομία -ειδικά όταν αυτή είναι σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα- αλλά το πραγματικό όφελος είναι περιορισμένο. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι υπάρχει σημαντική μείωση του ποσοστού των εργαζομένων με απολαβές μεταξύ 900-1.300 ευρώ και μετατόπιση τους στην κλίμακα των 700 – 899 ευρώ.

Η παραγωγή της χώρας έχει μειωθεί σημαντικά και οποιαδήποτε συζήτηση για έξοδο από την κρίση είναι ανεδαφική. Η χώρα μας έχει ολοκληρώσει το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής. Δεν έχει βγει από την κρίση. Το ευμετάβλητο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον (αναταράξεις σε Ιταλία και Τουρκία) δυσχεραίνει την πορεία της χώρας στη μεταμνημονιακή εποχή και οικονομικές πολιτικές που θα εξυπηρετούν μικροπολιτικές σκοπιμότητες θα μας ξαναγυρίσουν πίσω.

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr, του Κωνσταντίνου Μουτσιάνα, Senior Lecturer στην Τραπεζική Χρηματοοικονομική, Coventry University London και Διευθυντή του MSc Global Financial Trading, 17/9/2018]

ΣΧΟΙΝΑΣ: ΝΑ ΜΑΣ ΑΦΗΣΟΥΝ ΟΙ “ΠΗΓΕΣ” ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ

Στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ φιλοξενήθηκε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μαργαρίτης Σχοινάς, ο οποίος σε ερώτηση αναφορικά με το ζήτημα που προέκυψε με τις συντάξεις και τις ευρωπαϊκές πηγές που έκαναν λόγο για συμφωνία με τους θεσμούς έστειλε σαφές μήνυμα.

Αναλυτικά, όπως μεταδίδει το skai.gr, ο κ. Σχοινάς σημείωσε: “Το κλειδί της ελληνικής εξόδου από το μνημόνιο είναι η συμφωνία του Eurogroup του Ιουνίου το οποίο περιλαμβάνει ένα πλέγμα δεσμεύσεων. Ο δικός μας ρόλος ως Κομισιόν, που δεν είμαστε δανειστές της χώρας αλλά εγγυητές της συγκεκριμένης συμφωνίας. Για αυτό και δηλώσαμε πως τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται. Επειδή όμως η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια είναι σε μία διαδικασία διαλόγου για την διαμόρφωση του προϋπολογισμού της με τους θεσμούς. Αυτή η συζήτηση θα συνεχιστεί και θα ελέγξουμε τα περιθώρια και πλεονάσματα. Να τηρηθούν τα συμφωνημένα και θα συζητήσουμε. Παρακαλώ τις όποιες πηγές να μας αφήσουν να κάνουμε την δουλειά μας”.

Αναφερόμενος στην πορεία της Ελλάδας από το 2015 μέχρι και σήμερα ο Μαργαρίτης Σχοινάς υπογράμμισε πως ήταν μία εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση την οποία δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να ξαναζήσει. Αναλυτικά ο κ. Σχοινάς τόνισε: “Η Ελλάδα είναι όντως μία ιστορία επιτυχίας ειδικά εάν σκεφθεί κανείς το σημείο αφετηρίας στο οποίο βρέθηκε από το 2009 και μετά, μετά την εκκίνηση της κρίσης.

Το ζητούμενο για το μέλλον της χώρας είναι πως μέσα από την περιπέτεια μάθαμε και αλλάξαμε. Μπορούμε να φτιάξουμε μία οικονομία που θα γεννά ευκαιρίες και όχι χρέη, ένα κράτος χωρίς πατρωνία που τόσο μας κόστισαν. Τα ελληνικά προγράμματα θεωρούνταν από πολλούς η τελευταία ευκαιρία να γίνει η Ελλάδα σύγχρονο κράτος. Οφείλουμε να βελτιώσουμε το οικονομικό κλίμα, να εξυγιάνουμε περαιτέρω το τραπεζικό σύστημα και να μην ξεχάσουμε τους ευάλωτους Έλληνες”.

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr/, 15/9/2018]

ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ – ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

Στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Jean-Claude Juncker, έναν από τους πιο έμπειρους και αφοσιωμένους Ευρωπαίους πολιτικούς, πρέπει τουλάχιστον να αναγνωρίσουμε τη διαρκή και έμπρακτη στήριξή του στην Ελλάδα, σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της μακράς κρίσης.

Ακόμη και όταν η ελληνική κοινωνία, με υψηλά ποσοστά της τάξης του 62%, απέρριπτε, υποτίθεται, το σχέδιό του, με το δημοψήφισμα που οργανώθηκε εν είδει μοχλού πολιτικής στήριξης της κυβέρνησης, στοχοποιώντας τον Πρόεδρο της Επιτροπής, ως τον εκπρόσωπο των ανάλγητων Ευρωπαίων εταίρων, ο κ. Junker έδειξε κατανόηση. Και επέμεινε, εντέλει πείθοντας τους ηγέτες των μεγάλων Κρατών- Μελών, να μην υιοθετηθεί το «σχέδιο εξόδου» της Ελλάδας από την Ευρωζώνη – ύψους 50 δις Ευρώ ―, αλλά το κατά περίπου 35 δις Ευρώ ακριβότερο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων. Επρόκειτο για το 3ο στη σειρά Μνημόνιο, το οποίο περιέλαβε τη συνέχιση του συνόλου σχεδόν των ημιτελών από το 2ο Πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση, με την τύχη του πολιτικού χρόνου που είχε στη διάθεσή της, προχώρησε ακόμη περισσότερο και σχεδόν αποκλειστικά στην κατεύθυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής, που, βέβαια, χρειάζονταν εκ νέου, μετά την εγκατάλειψη και άδοξη κατάληξη του 2ου Προγράμματος και τον εξ αυτού και δημοσιονομικό εκτροχιασμό του πρώτου εννεαμήνου του 2015. Και σ’ αυτήν την κατεύθυνση η ελληνική κυβέρνηση κινήθηκε με ευκολία, λόγω της εκ των πραγμάτων συνάφειας μιας πολιτικής εντατικής φορολόγησης με το «ιδεολογικό αιώρημα», που διακατέχει τα στελέχη της κυβερνώσας παράταξης. Αλλά και με επιτάχυνση και εντέλει αποτελεσματικά, με «υπεραποδόσεις», σε ό,τι τουλάχιστον αφορά στη σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων, αξιοποιώντας τα θεσμικά «εργαλεία», που είχαν εδραιωθεί με τα προηγούμενα Προγράμματα, παρά την τότε μαχητική αντίθεση της αντιπολίτευσης και νυν κυβέρνησης.

Ενώ, πάντα η παρούσα κυβέρνηση, προσπάθησε συστηματικά, σε όλους τους τομείς άσκησης πολιτικής για τη διαθεσιμότητα κοινωνικών αγαθών, δηλαδή στην υγεία, την ασφάλεια και την παιδεία, να ελαχιστοποιεί – ή και να καταβάλλει με χωρίς προηγούμενο καθυστέρηση – τις λεγόμενες δαπάνες σε τρίτους. Που, ναι μεν αντιστοιχούν σε (πολύ) μικρό μέρος του ετήσιου προϋπ/σμού των υπουργείων και ευρύτερα του δημόσιου τομέα – λόγω του απαγορευτικά μεγάλου ποσοστού που καταλαμβάνει το μισθολογικό κόστος -, αλλά από την άλλη αφορούν σε έργο και εργασίες κρίσιμες για τη μέχρι σήμερα στοιχειώδη, ήδη πολύ χαμηλή, επιχειρησιακή επάρκεια των εν λόγω φορέων. Εξού και τα φαινόμενα υποχώρησης της αποτελεσματικότητας των δομών και των μηχανισμών διασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας και κοινωνικής ειρήνης, της υγείας και της εκπαίδευσης – λιγότερο άμεσα φανερό στην τελευταία λόγω των φύσει μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στο πεδίο.

Είναι φαεινότερον του ηλίου, ότι η απόσταση μεταξύ των πολιτικών προθέσεων, όπως αυτές εν μέρει αποτυπώθηκαν με δείκτες και προαπαιτούμενα στα εκάστοτε «Προγράμματα Προσαρμογής & Μεταρρυθμίσεων», και της εντέλει αποτελεσματικότητάς τους, υπήρξε μειούμενη στο διάστημα από το 2010 έως και το 2014, ενώ απογειώθηκε ξανά κατά το 3ο και τελευταίο Πρόγραμμα. Με μοναδική εξαίρεση το πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής, που έτσι κι αλλιώς επιτεύχθηκε και καθ’ υπερβολήν, με μιαν εύθραυστη ισορροπία εσόδων και δαπανών του δημοσίου και με την εξίσου καθ’ υπερβολήν επιβάρυνση της οικονομίας. Αφού, η ισορροπία αυτή δεν ήλθε ως αποτέλεσμα της σταδιακής έστω αντιμετώπισης των γενεσιουργών αιτίων της κρίσης. Δηλαδή ως αποτέλεσμα αντίστοιχης προόδου στον τομέα των μεταρρυθμίσεων, με επιτεύγματα στο πεδίο των μη δημοσιονομικών στόχων και προαπαιτούμενων του Προγράμματος (όλοι σχεδόν μάθαμε για τα “prior actions”!).

Ακριβώς γιατί τα αποτελέσματα απέχουν πολύ από τις προθέσεις και τους προγραμματικούς στόχους, έχοντας αφήσει τα δύσκολα για τη διετία 2019-2020, θα περίμενε κανείς, αν όχι από το ελληνικό πολιτικό προσωπικό, τουλάχιστον από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, μεγαλύτερη ευαισθησία. Που θα αποτυπώνονταν σε δηλώσεις με «καθαρά μηνύματα» προς την ελληνική κοινωνία. Ότι δηλαδή, ενώ πράγματι φθάσαμε στην κατάληξη του Προγράμματος και αυτό συνιστά «κατάκτηση» του ελληνικού λαού, λόγω ακριβώς των άδικα και παράλογα αυξημένων θυσιών στις οποίες υπεβλήθη, ταυτόχρονα ο λαός αυτός πρέπει να αντιληφθεί ότι θα χρειασθούν ακόμη σημαντικές αλλαγές, «ξεβόλεμα», αρκετών ακόμη «ομάδων», έτσι ώστε να διασφαλισθεί η ευημερία των επόμενων γενεών.

Με λίγα λόγια, πραγματικά προβληματίζει, όντας κατώτερη των περιστάσεων η δήθεν κολακευτική για τον («χαϊδεύοντας τα αυτιά» του) ελληνικό λαό δήλωση του φιλέλληνα Προέδρου της Επιτροπής. Ότι«… μετά την 20η Αυγούστου, η Ελλάδα θα βγει από ένα οκταετές πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης, όντας πλέον ικανή να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις (χωρίς τη βοήθεια άλλων Ευρωπαϊκών κρατών), διασφαλίζοντας τη θέση της στην καρδιά της Ευρωζώνης και της Ένωσης». Ενώ γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύσει για μέγιστο διάστημα 12-18 μηνών, εφόσον δεν προχωρήσουν και μάλιστα γρήγορα οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και στον δημόσιο τομέα, την υγεία, την παιδεία και – εκ νέου – την ασφάλιση. Τί, άραγε, θα του στοίχιζε εάν προσέθετε μια φράση, και συγκεκριμένα ότι αυτό θα είναι «βιώσιμο», μόνον εφόσον γίνουν οι καθυστερημένες («καταραμένες») μεταρρυθμίσεις;

Και έτσι, δυστυχώς για την εικόνα των θεσμών αυτών, απέναντι κυρίως στα υποσχόμενα – για ενδεχόμενη διέξοδο – τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και σε βάρος της αναγκαίας ευαισθητοποίησης της κοινωνίας αυτής, ο Πρόεδρος της ΕΕ διαψεύσθηκε τραγικά, σχεδόν «πριν αλέκτων λαλήσαι τρις!». Η τραγική καταστροφή με τις πρόσφατες πυρκαγιές στην Αττική, που μας προετοιμάζουν για επαναλαμβανόμενα παρόμοια φαινόμενα φυσικών καταστροφών, καθιστούν πλήρως εμφανή τη δυσβάσταχτη ανεπάρκεια των δημόσιων υπηρεσιών να εκτελέσουν. Με αποτελέσματα εξόφθαλμα και όχι διάχυτα και μακροπρόθεσμα, όπως σε άλλα πεδία.

Βασικό «μάθημα» για την όποια «επανεκκίνηση»: θα πρέπει εντέλει και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί να επανεξετάσουν τη στάση τους αλλά και τη συνέπεια των πολιτικών τους, σε όλα τα επίπεδα, από τους οιονεί αιρετούς Επιτρόπους έως τη γραφειοκρατία τους. Βοηθώντας ταυτόχρονα το ελληνικό πολιτικό προσωπικό και εντέλει τον ελληνικό λαό.

Το άρθρο συνυπογράφεται από τον Δρ. Νικήτα Καστή, [Εμπειρογνώμων Ευρωπαϊκής Πολιτικής] και τον Δρ. Αντώνη Ζαΐρη, μέλος της Ένωσης Αμερικανών Οικονομολόγων (ΑΕΑ)

[Φωτό: YVES HERMAN VIA GETTY IMAGES]

[ΠΗΓΗ: https://www.huffingtonpost.gr, του Αντώνη Ζαΐρη, Δρα Οικονομικής Κοινωνιολογίας, Μέλος της Ενωσης Αμερικάνων Οικονομολόγων (ΑΕΑ) – Αντιπρόεδρος του ΣΕΛΠΕ, 27/82018]

ΣΤΑ ΑΖΗΤΗΤΑ ΠΕΝΤΕ ΚΡΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΞΙΑΣ 7 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ

Μπορεί οι επενδύσεις και τα μεγάλα έργα υποδομής να είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, ιδίως στην εποχή μετά το τέλος των Μνημονίων, όμως οι προοπτικές παραμένουν ζοφερές. Εκτός, δηλαδή, από τους ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς υλοποίησης μεγάλων αναπτυξιακών παρεμβάσεων, όπως αυτή στο Ελληνικό, όπου οι κυβερνητικές εξαγγελίες ήθελαν οι κατασκευαστικές εργασίες να ξεκινούν το… φετινό καλοκαίρι, η συντριπτική πλειονότητα μεγάλων projects με φορέα υλοποίησης το Δημόσιο εμφανίζει μηδενική πρόοδο.

Πρόκειται για επενδύσεις συνολικού προϋπολογισμού της τάξης των 7 δισ. ευρώ, που προωθούν, ως συμπράξεις Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), στη διεθνή αγορά υπουργεία και φορείς της ελληνικής κυβέρνησης μέσω της επενδυτικής διαδικτυακής πλατφόρμας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  με στόχο την εξασφάλιση χρηματοδότησης. Ωστόσο, οι επιδόσεις είναι πενιχρές, καθώς για κανένα από τα μεγαλεπήβολα έργα, όπως, για παράδειγμα, η μετατροπή των δημόσιων κτηρίων σε “έξυπνα”, δεν έχει καταστεί εφικτή η εξασφάλιση κεφαλαίων μέσω του πακέτου Γιούνκερ που προβλέπει πόρους ύψους 315 δισ. ευρώ έως και το τέλος της φετινής χρονιάς.

Ανακατασκευή κρατικών κτιρίων

Ένα από τα πιο μεγαλεπήβολα έργα που προωθεί η κυβέρνηση έχει συνολικό προϋπολογισμό 3 δισ. ευρώ και αφορά την αναβάθμιση των κρατικών κτιρίων με στόχο τη βελτίωση της στατικής επάρκειάς τους και τον εκσυχρονισμό των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεών τους. Με το συγκεκριμένο ΣΔΙΤ επιδιώκεται η βελτίωση του μικροκλίματος των κτιρίων, όπως και η αναβάθμιση της ποιότητας των κτιριακών υποδομών υγείας. Η αποπεράτωσή του υπολογίζεται σε περίπου 60 μήνες, ενώ ο προσεχής Νοέμβριος έχει οριστεί ως ο…χρόνος έναρξης υλοποίησης του έργου. Το έργο αναρτήθηκε στην πλατφόρμα του σχεδίου Γιούνκερ τον Ιούλιο του 2016, τα στοιχεία του ανανεώθηκαν έναν χρόνο, με το –καθ’ ύλην αρμόδιο– υπουργείο Υποδομών να προσβλέπει στην προσέλκυση επενδυτών.  

Έξυπνα δημόσια κτίρια

Ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η λειτουργία του Διαδικτύου των πραγμάτων (Internet of things) στα δημόσια κτίρια με στόχο τον έλεγχο, μεταξύ άλλων, της ενεργειακής κατανάλωσής τους είναι έργο προϋπολογισμού 1,2 δισ. ευρώ, για το οποίο το υπουργείο Υποδομών είχε ορίσει ως ημερομηνία έναρξης τον Μάρτιο του 2017. Το εν λόγω ΣΔΙΤ προβλέπει την τοποθέτηση έξυπνων αισθητήρων, την ανάπτυξη “υπολογιστικού σύννεφου” και την ανάπτυξη των κατάλληλων εφαρμογών. Για την υλοποίηση του ΣΔΙΤ έχουν προϋπολογιστεί: 100 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών (GIS), 100 εκατ. ευρώ για την προσφορά και εγκατάσταση αισθητήρων στα κτίρια, 500 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη “έξυπνων” κτιριακών υποδομών και 500 εκατ. ευρώ για την πιλοτική εφαρμογή του έργου (λήψη πιστοποιήσεων κ.λπ.).  

Επεκτάσεις του μετρό

Μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας επιδιώκεται η εξασφάλιση χρηματοδότησης για τα νέα τμήματα της γραμμής 4 Ευαγγελισμός – Παγκράτι – Ηλιούπολη και Άλσος Βεΐκου – Περισσός, των οποίων το συνολικό κόστος τοποθετείται σε 590 εκατ. ευρώ. Όπως και για τα νέα σχεδιαζόμενα τμήματα της υπό κατασκευή βασικής γραμμής του μετρό Θεσσαλονίκης, από τη Μίκρα έως το αεροδρόμιο (400 εκατ.), από τον Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό μέχρι το Κορδελιό (440 εκατ.) και από την Πλατεία Δημοκρατίας έως την Ευκαρπία (500 εκατ.).

Ο κεντρικός σταθμός ΚΤΕΛ στον Ελαιώνα

Ευσεβή πόθο αποτελεί και το έργο της κατασκευής του κεντρικού σταθμού υπεραστικών λεωφορείων στον Ελαιώνα, το οποίο το υπουργείο Υποδομών έχει… παρκάρει από τον Μάιο του 2016 στην πλατφόρμα Γιούνκερ, με στόχο την προσέλκυση επενδυτών. Εκτιμά το κόστος του έργου σε 300 εκατ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα πάντα με τις προδιαγραφές του project, θα ξεκινήσει να υλοποιείται τον… Σεπτέμβριο του 2017. Να σημειωθεί ότι το προωθούμενο ΣΔΙΤ επιδιώκεται να καλύψει τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τη συντήρηση και την εκμετάλλευση του κεντρικού σταθμού σε έκταση 66,4 στρεμμάτων στον Ελαιώνα. Μάλιστα, η μακέτα που προβλέπει εγκαταστάσεις με επιφάνεια 40.000 τ.μ., περιλαμβάνει εμπορικά καταστήματα, χώρους εστίασης, χώρους πολιτισμού αλλά και μικρή ξενοδοχειακή μονάδα…

Υποθαλάσσια Ζεύξη Σαλαμίνας-Περάματος

Τον περασμένο Ιούνιο, κατά το χρονοδιάγραμμα του ιστοτόπου της Ε.Ε., θα έπρεπε να ξεκινήσει το έργο της υποθαλάσσιας Ζεύξης Σαλαμίνας-Περάματος μήκους 1,2 χλμ. Αυτή τη στιγμή το project βρίσκεται στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού, όπου το “παρών” δίνουν η κοινοπραξία των εταιρειών Άκτωρ παραχωρήσεις, Vinci Highways και Vinci Concessions και αυτόνομα οι τεχνικοί όμιλοι ΤΕΡΝΑ και ΜΕΤΚΑ. Ζητούμενο όμως, είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης, με την προσπάθεια προσέλκυσης επενδυτικού ενδιαφέροντος, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας, να στέφεται, έως σήμερα, με αποτυχία. Το εκτιμώμενο κόστος διαμορφώνεται σε 350 εκατ. ευρώ,  προβλέπεται η υλοποίηση έργων, όπως τουριστική μαρίνα και θεματικό πάρκο, ενώ ο ανάδοχος θα αναλάβει την λειτουργία, συντήρηση και εκμετάλλευση του υποβρύχιου οδικού άξονα. Πάντως, σύμφωνα με κυβερνητικές διαρροές, ο σχεδιασμός του έργου και το μοντέλο χρηματοδότησης θα έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της χρονιάς.

 

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr, του Δημήτρη Δελεβέγκου, 27/8/2018]

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΟΧΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας διάλεξε την Ιθάκη για να αναγγείλει το τέλος των μνημονίων και να σηματοδοτήσει το τέλος της «Οδύσσειας» για τον ελληνικό λαό. Μόνο που το πρόβλημα είναι η οικονομία, όχι η επικοινωνία.

Βέβαια ο διχαστικός λόγος που χρησιμοποίησε τονίζοντας το δίλημμα «ή εμείς ή αυτοί» δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για τη χώρα, που πρέπει ενωμένη να βαδίσει στην επόμενη μέρα μετά από τα χρόνια της κρίσης που έφεραν τεράστια δεινά στην κοινωνία μας.

Η αλήθεια είναι ότι όλα έγιναν για επικοινωνιακούς λόγους, για τη «μάχη» των εντυπώσεων και για να «γράψει» καλά στην κάμερα της ΕΡΤ ο πρωθυπουργός. Το επιτελείο του Μαξίμου είναι πολύπειρο σε τέτοιες «μάχες», ενώ τα στελέχη από το κατά τα άλλα «μιαρό» ΠΑΣΟΚ ξέρουν το παιχνίδι ειδικά όταν πάμε σε συνθήκες ακραίας πόλωσης. Όπως μάλιστα μας έδειξε με έντονο τρόπο ο Αλέξης Τσίπρας, η πόλωση και η στοχοποίηση ανθρώπων οι οποίοι διεγείρουν –όπως τουλάχιστον νομίζει το επιτελείο του Μαξίμου– τα αντανακλαστικά των αριστερών ψηφοφόρων θα είναι πλέον το καθημερινό «μενού» στην προεκλογική περίοδο, την οποία άνοιξε με το διάγγελμά του ο πρωθυπουργός.

Αναιμική η οικονομία

Και αν για την επικοινωνία τα δίνει όλα τόσο ο πρωθυπουργός όσο και οι στενοί συνεργάτες του, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την οικονομία, η οποία αναιμικά προσπαθεί να αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα αφιλόξενο για επενδύσεις. Τα παραδείγματα είναι πολλά και έχουν να κάνουν τόσο με παθογένειες χρόνων της ελληνικής οικονομίας, όσο και με λόγους εντυπώσεων για κάποιες «σατανικές» επενδύσεις για πολλούς οπαδούς αυτής της κυβέρνησης όπως είναι το Ελληνικό ή ο Ελληνικός Χρυσός. Όμως όποιοι και αν είναι οι λόγοι που κάποιες επενδύσεις δεν γίνονται ή γίνονται με ρυθμούς «χελώνας», η ουσία δεν αλλάζει και η εικόνα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αυτή που θα περίμενε κανείς μετά την περιβόητη «έξοδο» από τα μνημόνια. Η εκτόξευση απλά δεν ήρθε και, επειδή πολλοί είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται ότι η έξοδος δεν είναι και τόσο καθαρή όταν έχεις υπογράψει δεσμεύσεις για πολλές δεκαετίες και όταν έχεις υπερταμείο επενδύσεων για 99 χρόνια, και η ψυχολογία της αγοράς δεν έχει αλλάξει. Αλλά από επικοινωνία πάμε καλά…

[ΠΗΓΗ: https://politik.gr/, του Θ. Παπαδόπουλου, 25/8/2018]

ΟΙ «ΣΚΙΕΣ» ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΕΞΟΔΟΥ

Το κυβερνητικό αφήγημα για τη λήξη της οκταετούς περιπέτειας της χώρας και το σκηνικό που περιγράφουν οι αναλυτές – Η επιτήρηση θα συνεχιστεί και ενδεχόμενη δημοσιονομική εκτροπή θα συνεπάγεται αναίρεση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους

Στις παραλίες, αλλά και στην άδεια Αθήνα του Αύγουστου, οι συζητήσεις στις παρέες για την επικείμενη, την Τρίτη, έξοδο της χώρας από το μνημόνιο προκαλούν συγκαταβατικά ή και πικρόχολα σχόλια. Κανείς δεν πιστεύει ότι η καθημερινότητα του θα αλλάξει σημαντικά προς το καλύτερο, ούτε ότι η χώρα έχει εξασφαλίσει ένα ανάλογο μέλλον με αυτό των άλλων πρώην μνημονιακών χωρών της Ευρωζώνης. Η επιστροφή στην κανονικότητα και η καθαρή έξοδος, που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση, δείχνουν σαν να συμβαίνουν κάπου αλλού. Το σκηνικό εξόδου από το μνημόνιο που περιγράφουν οι οικονομικοί αναλυτές δεν είναι πολύ διαφορετικό. Τα χαρακτηριστικά του είναι τα εξής:

  1. Ο «διάλογος» με τις αγορές ξεκινά με προβληματικούς όρους. «Πώς είναι δυνατόν να πανηγυρίσεις την έξοδο με τις αγορές κλειστές;», σχολιάζει μια τραπεζική πηγή, αναφερόμενη στο υψηλό κόστος δανεισμού, που ακύρωσε τα κυβερνητικά σχέδια για δύο ακόμη εκδόσεις ομολόγων πριν από το τέλος του μνημονίου. Παρά τις αποφάσεις για διευθέτηση του χρέους, η ιταλική και η τουρκική κρίση επιβεβαίωσαν τους τελευταίους μήνες ότι η Ελλάδα είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε αναταράξεις.
  2. Η δημοσιονομική προσαρμογή θα συνεχιστεί. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί, με νόμο, να μειώσει τις συντάξεις από 1/1/2019 και το αφορολόγητο από 1/1/2020, να εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ώς το 2022 και στη συνέχεια 2,2% του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ανακαλέσει τη μείωση των συντάξεων, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι κάτι τέτοιο δεν θα εκληφθεί αρνητικά από τις αγορές.
  3. Η επιτήρηση από τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του ΔΝΤ, θα εξακολουθήσει να υφίσταται και ενδεχόμενη δημοσιονομική εκτροπή θα συνεπάγεται αναίρεση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, πέραν του αρνητικού σήματος που θα αποστέλλεται στις αγορές.
  4. Το «ελατήριο» δεν λειτούργησε και παρότι η οικονομία βγαίνει επιτέλους από τη μακρύτερης διάρκειας και έντασης ύφεση που έχει καταγραφεί, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι χαμηλότερος από τις προσδοκίες, της τάξεως του 2% φέτος, ενώ η περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή δεν επιτρέπει αισιοδοξία για το μέλλον. Η Ελλάδα έχασε τα χρόνια της ευρωπαϊκής ανάκαμψης, δεν επωφελήθηκε από τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και τώρα είναι αντιμέτωπη με ένα διεθνές περιβάλλον αστάθειας και επικείμενης ανόδου των επιτοκίων.
  5. Οι τράπεζες εξακολουθούν να ταλανίζονται από το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που φτάνουν το 42%, όταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες κυμαίνονται μεταξύ 1% και 5%. Έτσι, δεν είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη
  6. Οι διαρθρωτικές αλλαγές εξακολουθούν να είναι ημιτελείς. Η αναδιάρθρωση του Δημοσίου παραμένει ζητούμενο, η φοροδιαφυγή συνέχιζα να κινείται σε επίπεδα ρεκόρ, παρά το θετικό βήμα της ανεξαρτητοποίησης της ΑΑΔΕ, για να αναφέρουμε μερικές.

Αναγνωρίζουν, βεβαίως, όσοι μελετούν τα οικονομικά μεγέθη, ότι κατά την διετία που προηγήθηκε σημειώθηκε μια εντυπωσιακή βελτίωση στο δημοσιονομικό σκέλος, με το έλλειμμα του 15,4% του ΑΕΠ το 2009 να μετατρέπεται σε πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ το 2017 (και πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ την ίδια χρονιά). Σημειώνουν, επίσης, τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών από το 15% του ΑΕΠ το 2008 στο 0,8% του ΑΕΠ το 2017. Προσθέτουν, όμως, ότι η αποκατάσταση αυτή της δημοσιονομικής ισορροπίας έγινε με σημαντικό κόστος σε επίπεδο εισοδήματος (το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 25%) και ανεργίας και βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην υπερφορολόγηση, φέρνοντας σε απόγνωση νοικοκυριά και υπονομεύοντας την ανάπτυξη της χώρας. Καθώς η ανάπτυξη είναι τώρα το βασικό ζητούμενο, όπως διαμηνύουν και οι οίκοι αξιολόγησης, οι οικονομολόγοι εισηγούνται μειώσεις φορολογίας. Ισως, όμως, ακόμη σημαντικότερη, ιδίως για τις πολυπόθητες άμεσες ξένες επενδύσεις, όπως λένε, είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Οι αναμνήσεις, όμως, των πρακτικών που ακολουθήθηκαν στο Ελληνικό ή στις Σκουριές είναι ακόμη νωπές. Ακόμη χειρότερα, οι επικείμενες εκλογές απειλούν με ολική επαναφορά στις κακές συνήθειες του παρελθόντος.

[ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, της Ειρήνης Χρυσολωρά, 19/8/2018]

MOSCOVICI ΓΙΑ ΕΛΛΑΔΑ: ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Την άποψη ότι η όλη Ευρώπη βγαίνει από την οκτάχρονη κρίση “συλλογικά ισχυρότερη” εκφράζει ο επίτροπος Οικονομικών υποθέσεων, Πιερ Μοσκοβισί ενόψει της εξόδου της Ελλάδας από το πρόγραμμα την ερχόμενη Δευτέρα. Όπως σημειώνει ο ίδιος σε γραπτές δηλώσεις του προς τον Τύπο, “χωρίς την ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια η ελληνική οικονομία θα είχε καταρρεύσει”, ενώ παράλληλα “όλες οι οικονομίες της ΕΕ θα είχαν παρασυρθεί, τουλάχιστον εν μέρει, στην ελληνική άβυσσο”.

“Η 20ή Αυγούστου σηματοδοτεί το τέλος των οκτώ ετών που ήταν ιδιαίτερα οδυνηρά για τον ελληνικό λαό και αποσταθεροποίησε βαθιά την Ευρωζώνη. Ωστόσο, καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει κάνει περισσότερα για τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης και της οικονομίας της. Σήμερα, η Ελλάδα έχει επανέλθει στην ανάπτυξη και το κάποτε τεράστιο δημόσιο έλλειμμα έχει μετατραπεί σε ένα σταθερό δημοσιονομικό πλεόνασμα”, υπογραμμίζει.

Συγχρόνως, ο Γάλλος επίτροπος επισημαίνει ότι “η πραγματικότητα παραμένει δύσκολη”, τονίζοντας ότι παρ’ όλο που η λιτότητα έχει τελειώσει, δεν έχει έρθει και το τέλος των μεταρρυθμίσεων. “Υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά να γίνει ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να σταθεί και με τα δυο της πόδια. Η μείωση του δημόσιου χρέους και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων πρέπει να είναι οι κύριες προτεραιότητες της κυβέρνησης”, προσθέτει.

Σε ό,τι αφορά το μέγεθος και τη διάρκεια της κρίσης, ο Π. Μοσκοβισί σημειώνει πως στην αρχή της κρίσης η Ευρωζώνη δεν είχε “ούτε την ικανότητα ούτε τα εργαλεία, πόσο μάλλον την πολιτική κουλτούρα”, να διαχειριστεί την κατάσταση, ενώ παραδέχεται πως το Eurogroup “ως συλλογικό όργανο δεν υπόκειται σε πραγματικό δημοκρατικό έλεγχο”. “Εγώ ο ίδιος αισθάνθηκα άβολα όταν αποφασίσαμε, πίσω από κλειστές πόρτες, τη μοίρα εκατομμυρίων Ελλήνων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο περιέγραψα αυτήν την κατάσταση ως δημοκρατικό σκάνδαλο: όχι επειδή οι υπουργοί ενήργησαν με κακή βούληση, αλλά επειδή συχνά δεν ήταν πλήρως ενημερωμένοι ή δεν είχαν ακριβή εντολή από τα εθνικά κοινοβούλιά τους. Από αυτό προκύπτει ένα ξεκάθαρο μάθημα: το Eurogroup πρέπει να γίνει πιο δημοκρατικό, με μεγαλύτερη διαφάνεια και έλεγχο”, σημειώνει.

Τέλος, αναφερόμενος στην επόμενη μέρα, ο επίτροπος Οικονομικών, χαρακτηρίζει “ιστορική μέρα” το τέλος του μνημονίου τόσο για την Ελλάδα όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη. “Η Ελλάδα ξαναβρίσκει τη θέση της στην Ευρωζώνη και μεγαλύτερη αυτονομία στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής”, αναφέρει, επισημαίνοντας πως “αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαταλείπει την Ελλάδα”. “Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διασφαλίσει την τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ελλάδα, παραμένοντας όμως σύμμαχος της Ελλάδας. Η εποπτεία που θα ακολουθήσει δεν είναι ένα συγκεκαλυμμένο τέταρτο πρόγραμμα. Δεν περιλαμβάνει νέα μέτρα ή μεταρρυθμίσεις”, τονίζει, ζητώντας μάλιστα από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης να προχωρήσουν στην περαιτέρω εμβάθυνση της ΟΝΕ, με το βλέμμα στραμένο στις “επόμενες κρίσεις”.

Ο επίτροπος Μοσκοβισί θα παραχωρήσει τη Δευτέρα συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες με θέμα την ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος.

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr/, από ΑΠΕ-ΜΠΕ, 17/8/2018]

DER SPIEGEL: “AΠΟΣΤΟΛΗ ΕΞΕΤΕΛΕΣΘΗ – H EΛΛΑΔΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ”…

Στο τέλος του τρίτου ελληνικού προγράμματος βοήθειας στις 20 Αυγούστου και στο δύσκολο καλοκαίρι λόγω πυρκαγιών που έβγαλαν στην επιφάνεια χρόνια προβλήματα αναφέρεται ο γερμανικός τύπος.

Εκτενές ρεπορτάζ για την Ελλάδα με αφορμή την επικείμενη ολοκλήρωση του προγράμματος βοήθειας προς στην Ελλάδα φιλοξενεί το Der Spiegel με τίτλο “Αποστολή εξετελέσθη-Η Ελλάδα πεθαίνει”. Μια επίσκεψη σε ένα μικρό ελληνικό χωριό με γηραιούς κυρίως κατοίκους και λίγα παιδιά γίνεται αφορμή για μια αποτίμηση της διάσωσης της Ελλάδας και των μεταρρυθμίσεων. “273,7 δις ευρώ έδωσαν στην Ελλάδα η ΕΚΤ, η Κομισιόν και το ΔΝΤ. Η χώρα μπορεί πια να δανειστεί μόνη της από τις διεθνείς αγορές. Ένα από τα μεγαλύτερα δράματα στην ευρωπαϊκή ιστορία φτάνει προσωρινά σε ένα τέλος: η ελληνική κρίση χρέους. Οδήγησε το ευρώ στο χείλος του γκρεμού και δίχασε την ΕΕ. Και μετέτρεψε την Ελλάδα σε μια άλλη χώρα. Κανένα άλλο κράτος του κόσμου δεν έχει μελετηθεί τόσο ενδελεχώς. Με ένα σκληρό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα περικόπηκαν μισθοί και συντάξεις και αυξήθηκαν οι φόροι. Τουλάχιστον μέχρι το 2060 οι Έλληνες θα πρέπει να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Παραδόξως παραβλέφθηκε το σημαντικότερο: χρέη μπορεί να αποπληρώσει μόνο μια χώρα που αναπτύσσεται. Η Ελλάδα όμως συρρικνώνεται: 550.000 άνθρωποι έχουν μεταναστεύσει από την αρχή της κρίσης και περίπου 10,7 εκατομ. άνθρωποι διαβιούν στη χώρα” σημειώνει το Der Spiegel.

Οι μεταρρυθμίσεις, το δημογραφικό και η ανάπτυξη

Το περιοδικό αναφέρεται στον στόχο της υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης Όλγας Γεροβασίλη “να θέσει τέλος στις πελατειακές σχέσεις. Αυτό έχει υποσχεθεί κάθε πολιτικός που ανέλαβε αυτή τη θέση αλλά κανείς δεν τα κατάφερε. Για αιώνες η ελληνική διοίκηση λειτουργούσε σαν πρόφαση για τη νομιμοποίηση του νεποτισμού. Οι πελατειακές σχέσεις ήταν θεμελιώδης αρχή της κοινωνίας (…) Θα πρέπει όμως να μπει ένα τέλος”. Το περιοδικό κάνει αναφορά στις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό του δημοσίου με τη βοήθεια και γαλλικής τεχνογνωσίας, χαρακτηρίζει όμως την όλη προσπάθεια ως ένα “πείραμα ανυπέρβλητων διαστάσεων”. Αντίστοιχα δύσκολο είναι και το θέμα της ψηφιοποίησης της ελληνική διοικητικής και κυβερνητικής μηχανής που έχει αναλάβει ο αρμόδιος υπουργός Ν. Παππάς. “Άλλη μια επανάσταση” σημειώνει το περιοδικό. “Η απαρχαιωμένη δομή της ελληνικής διοίκησης ήταν παροιμιώδης”, γράφει το Spiegel.

Πάντως παρά τη σημασία αντίστοιχων μεταρρυθμίσεων, θα πρέπει αυτές, σύμφωνα με το Spiegel, να λαμβάνουν υπόψη μελλοντικά την αρνητική δημογραφική εξέλιξη στη χώρα σε συνάρτηση με την οικονομία. “(…) Πρέπει να σταματήσει η μετανάστευση των νέων, οι μετανάστες θα πρέπει να επιστρέψουν και οι συνθήκες ζωής να σταθεροποιηθούν ώστε οι οικογένειες να θέλουν και πάλι να αποκτήσουν παιδιά. (…) Τίποτα από όλα αυτά δεν θα συμβεί χωρίς σταθερή οικονομική ανάπτυξη αλλά κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται”, αναφέρει το Spiegel. Το ρεπορτάζ φιλοξενεί επίσης και τον καθηγητή Νομικής του Εθνικού και Καποδιστραικού Πανεπιστημίου Αθηνών Αριστείδη Χατζή, ο οποίος θεωρεί ότι η Ελλάδα “θα πρέπει επιτέλους να ανοίξει την αγορά της” και ότι η ελληνική κρίση έγινε “κρίση θεσμών”. Το περιοδικό παρατηρεί επίσης ότι παρά τις μεταρρυθμίσεις η ελληνική αγορά εργασίας είναι από τις πιο απορρυθμισμένες στην ΕΕ και η ανεργία έχει ελάχιστα μειωθεί. Η ίδρυση νέων επιχειρήσεων είναι το ίδιο δύσκολη όσο και πριν από την κρίση ενώ δυσκολίες υπάρχουν και στον τομέα των ξένων επενδύσεων, όπου βέβαια “έχουν σημειωθεί επιτυχίες”, όπως παρατηρεί το περιοδικό. Κλείνοντας το ρεπορτάζ αναφέρει: “Κάποτε φαινόταν ότι η ελληνική κρίση χρέους θα βύθιζε την ΕΕ στην άβυσσο. Αυτή τη στιγμή μοιάζει περισσότερο σαν μια δαπανηρή παράπλευρη απώλεια στην περαιτέρω ώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ως το 2060 θα πρέπει το ελληνικό κράτος κάθε χρόνο να επιτυγχάνει πλεονάσματα στον προϋπολογισμό ώστε να εμβάζει το μεγαλύτερο μέρος του στους δανειστές, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι κανόνες. Κάτι που είναι ένα δύσκολο καθήκον για μια οικονομικά πετυχημένη χώρα. Για τους Έλληνες θα πρέπει να είναι αδύνατο. Επειδή η δημογραφική ανάπτυξη συνδέεται άμεσα με την οικονομική ανάπτυξη”.

“Καμένη γη” αντί για γιορτή

“Καμνη γη” είναι ο τίτλος άρθρου γνώμης στη Süddeutsche Zeitung, το οποίο αναφέρεται στα χρόνια προβλήματα της που ανέδειξε η φονική πυρκαγιά στο Μάτι. “Διασώστες σε πανικό, αξιωματούχοι που δεν συμφωνούν για τις ευθύνες που φέρουν-και αυτά είναι εικόνες που θα μείνουν από αυτό το καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι που θα έπρεπε να είχε εξελιχθεί αλλιώς. Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Αύγουστο για γιορτή, οι Έλληνες θα έπρεπε να γιορτάσουν το τέλος της ‘δουλείας’, την επανάκτηση της κυριαρχίας τους από τους διεθνείς πιστωτές. Για τις 21 Αυγούστου είχε σχεδιαστεί, πριν την πυρκαγιά, μια ανοιχτή γιορτή. Στις 20 Αυγούστου τελειώνει το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα βοήθειας προς την Αθήνα (…)”.

Η σχολιογράφος κάνει μια αναδρομή στα χρόνια της κρίσης και σημειώνει ότι “υπήρχαν ενδείξεις ότι η Αθήνα ζούσε πάνω από τις δυνάμεις της για καιρό, αλλά η ΕΕ δεν ήθελε να το δει. Όταν πια δεν υπήρχε περιθώριο για εξωραϊσμούς, οι διασώστες ανάγκασαν την χώρα να μπει σε έναν κορσέ που ήταν όμως για πολλούς Έλληνες αποπνικτικός”. Όπως σημειώνει το άρθρο “τα μέτρα λιτότητας έπληξαν κυρίως τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα. Για αυτό φέρουν ευθύνη όχι μόνο οι δανειστές αλλά και όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις (…)”. Τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός βοηθά τη χώρα να ανακάμψει, γράφει η SZ, ωστόσο ο μεγαλύτερος παράγοντας που προκαλεί αβεβαιότητα για το μέλλον είναι η πρόβλεψη για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ως το 2022 και έπειτα 2,2% ως το 2060. Η σχολιογράφος παρατηρεί πάντως ότι αν και δεν έχουν υλοποιηθεί όλες οι μεταρρυθμίσεις, κάποιες που έγιναν είναι σημαντικές πχ. η ανεξαρτησία της εφορίας. Επίσης σημαντικό θεωρεί στον ρεαλισμό του Τσίπρα, ο οποίος σήμερα  θεωρείται “αξιόπιστος” εταίρος. Αυτό όμως που ούτε αυτός κατάφερε να εξαλείψει ήταν “η παλιά ασθένεια του πελατειακού κράτους”, ενώ η ίδια θεωρεί αμφίβολο εαν οι συντηρητικοί που ετοιμάζονται να αναλάβουν τη διακυβέρνηση το 2019, θα πράξουν καλύτερα.

Tο άρθρο κλείνει με μια αναφορά στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα της Αττικής: “Η μελλοντική πολιτική μπορεί να είναι μη δημοφιλής στον κόσμο. Αυτό έδειξε δυστυχώς και το παράδειγμα στο Μάτι. Πολλοί λένε ότι εαν υπήρχε κρατική πρόβλεψη, δεν θα είχαμε φτάσει στο Μάτι, μια περιοχή τόσο άναρχα δομημένη χωρίς διεξόδους κινδύνου. Στο μέλλον θα πρέπει όλα να γίνουν καλύτερα: τα αυθαίρετα θα πρέπει να κατεδαφιστούν και να μπει τέλος στις κακοτεχνίες. Θα ξεκαθαριστεί εάν η πυροσβεστική είχε οικονομικά προβλήματα ή –και γι αυτό υπάρχουν ενδείξεις- είχε τόσο κακή διαχείριση που οδήγησε σε λάθος δρόμο τους διασώστες. Μια δίχως περιστροφές εξήγηση οφείλουν στους νεκρούς και τους οικείους τους όλοι οι υπεύθυνοι”.

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr, της Δήμητρας Κυρανούδη, από Deutsche Welle, 11/8/2018]

ΓΙΑΤΙ Ο ΝΤΡΑΓΚΙ “ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ” ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Η επιβεβαίωση του αποκλεισμού των ελληνικών τραπεζών από το waiver (κατ’ εξαίρεση χρηματοδότηση με εγγύηση κρατικά ομόλογα), αλλά και του ελληνικού Δημοσίου από το QE, μετά την τελευταία συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕΚΤ, κλείνει την πόρτα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μετά την 20ή Αυγούστου, στη “φθηνή” χρηματοδότηση από τη Φρανκφούρτη.

Ο ανομολόγητος λόγος για τη στάση αυτή της ΕΚΤ –και του κ. Ντράγκι προσωπικά– δεν έχει να κάνει βέβαια με τις “εξηγήσεις” που δόθηκαν την Πέμπτη. Ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν θα είναι πλέον σε “πρόγραμμα”, αλλά, όπως διευκρινίζεται στο “Κ” από αρμόδιο παράγοντα στην Φρανκφούρτη, το ότι “το ελληνικό χρέος για την ΕΚΤ παραμένει μη βιώσιμο…”.

Και αυτό θα είναι ξεκάθαρο στην επικείμενη Έκθεση της ΕΚΤ (DSA), στην οποία θα αναγνωρίζεται ότι ναι μεν τα μέτρα του Eurogroup (21/6) έχουν διασφαλίσει την εξυπηρέτηση του χρέους για τα επόμενα 4 χρόνια και επίσης έχουν διευκολύνει με ισχυρό τρόπο την εξυπηρέτησή του μέχρι το 2032, αλλά “μακροπρόθεσμα το δημόσιο χρέος παραμένει επισφαλές…”.

Άλλωστε, όπως διευκρινίζεται από τον ίδιο παράγοντα, “αν το πρόγραμμα ήταν η αιτία θα μπορούσε το QE να δοθεί για το διάστημα που η Ελλάδα θα είναι ακόμα στο πρόγραμμα, δηλαδή μέχρι τις 20 Αυγούστου. Πράγμα για το οποίο δεν γίνεται από κανέναν καμία συζήτηση…”.

Πέραν αυτού όμως υπάρχουν και άλλοι λόγοι για την διακοπή του waiver για τις ελληνικές τράπεζες, για όσο τα ελληνικά κρατικά ομόλογα θα παραμένουν σε επίπεδα αξιολόγησης κάτω του ορίου “investment grade” (ήτοι BBB), δηλαδή για τουλάχιστον έναν και περισσότερο χρόνο ακόμα, σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης.

Οι λόγοι αυτοί έχουν να κάνουν αφενός με τις συγκριτικές κινήσεις των αγορών απέναντι στα ομόλογα του ευρωπαϊκού Νότου και τη στρέβλωση της τιμολόγησης του εθνικού κρατικού ρίσκου που θα προκαλούσε μια παρέμβαση “εκτός γραμμής” στα ελληνικά. Το ίδιο ισχυρή ήταν, επίσης, και η επιθυμία της ΕΚΤ να αποκλείσει το ενδεχόμενο να παγιδευτεί με ομόλογα αμφίβολης αξίας στα χαρτοφυλάκιά της τα επόμενα χρόνια μέσα από αγορές μέσω του προγράμματος επενεπένδυσης του QE.

Να σημειωθεί ότι και η χθεσινή (Παρασκευή) απόφαση του Δ.Σ. του ΔΝΤ όσον αφορά το ελληνικό χρέος, που θα δημοσιοποιηθεί την ερχόμενη Τρίτη, θα κινηθεί σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που υπάρχουν στην ΕΚΤ στην ίδια κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, θα επιβεβαιώσει τη βραχυμεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους στη βάση των μέτρων που έχουν ανακοινωθεί, αλλά θα διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητά του μακροπρόθεσμα.

Σύμφωνα με πληροφορίες του “Κ”, στην αποτύπωση των χαρακτηρισμών για την αξιολόγηση του χρέους στην Έκθεση της ΕΚΤ αυτοί θα είναι αυστηρότεροι από εκείνους του ΔΝΤ. Η επανεξέταση του χρέους το 2032 στο Eurogroup προκύπτει από τις εκτιμήσεις αυτές ως εξαιρετικά κρίσιμη.

ΕΚΤ και τράπεζες

Υπό τις συνθήκες αυτές οι ελληνικές συστημικές τράπεζες αποκλείονται μετά την 20ή Αυγούστου από την εξαιρετικά χαμηλού κόστους χρηματοδότηση από την ΕΚΤ με εγγυήσεις ελληνικών κρατικών ομολόγων (waiver).

Βέβαια, όπως αναφέρεται αρμοδίως, τα σχετικά ποσά που θα μπορούσαν να χρειασθούν από αυτό το χρηματοδοτικό κανάλι είναι μικρά και υπερκαλύπτονται από άλλες πηγές, όπως υποστηρίζεται και από στελέχη της ΤτΕ. Εξού και το γεγονός ότι τα υπόλοιπα από τη χρηματοδότηση των τραπεζών από τον “ακριβό” ELA μειώνονται σταθερά και τείνουν να εξαντληθούν.

Αυτό όμως ισχύει υπό ομαλές συνθήκες και για όσο οι διαδικασίες για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί για τα NPLs και NPEs προωθούνται.

Από την πλευρά της ΕΚΤ (SSM), όμως, έχει αρχίσει να εντοπίζεται μία διολίσθηση στους ρυθμούς με τους οποίους εξελίσσεται η αποτελεσματικότητα των πλειστηριασμών, ενόψει και της αναθεώρησης των στόχων μείωσης των NPLs που θα γίνει τον Σεπτέμβριο.  

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με ενημέρωση του “Κ” από κύκλους με γνώση των συζητήσεων που γίνονται στη Φρανκφούρτη, οι ελληνικές τράπεζες και “η βραδεία βελτίωση των μεγεθών” όσον αφορά την εκκαθάριση των “κόκκινων” δανείων, δεν είναι το σημαντικότερο θέμα που απασχολεί το Εκτελεστικό της Συμβούλιο.

Αντίθετα, τα προβλήματα στο ιταλικό τραπεζικό σύστημα, αλλά και στην Πορτογαλία κατά δεύτερο λόγο, απασχολούν πολύ περισσότερο την ΕΚΤ από όσο ο ρυθμός βελτίωσης της κατάστασης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.  

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr/, του Γ. Αγγέλη, από το “Κεφάλαιο”, 29/7/2018]