Tag Archives: οικονομία

CITI: ΕΚΤΟΣ “ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΒΑΘΜΟΥ” Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΩΣ ΤΟ 2022 – ΕΠΙΒΡΑΔΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΠΟ ΤΟ 2019

Επιβράδυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας “βλέπει” η Citigroup από το επόμενο έτος έως και το 2022, επισημαίνοντας πως τα πάντα θα εξαρτηθούν από το κατά πόσο θα πειστούν οι επενδυτές να επιστρέψουν στα ελληνικά assets. Παράλληλα, στην έκθεση για τις παγκόσμιες προοπτικές, εκτιμά πως δεν θα υπάρξει σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των 10ετών ομολόγων στην επόμενη τετραετία με το yield στο 10ετές να κινείται πάνω από το 4%, ενώ αν και οι οίκοι αξιολόγησης θα αναβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας μέσα στο επόμενο διάστημα (κατά μία βαθμίδα), για τα επόμενα τέσσερα χρόνια τα ελληνικά ομόλογα θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκτός “επενδυτικής βαθμίδας”.

Όπως επισημαίνει η Citi, η βελτίωση της εμπιστοσύνης μεταξύ της Αθήνας και των πιστωτών της, σε συνδυασμό με την καλύτερη από την αναμενόμενη δημοσιονομική επίδοση, επέτρεψε στο να υπάρξει συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους τον Ιούνιο. Aυτό με τη σειρά του επέτρεψε την έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα διάσωσης της τελευταίας οκταετίας στις 20 Αυγούστου. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ συνεχίζει να βελτιώνεται, αν και με χαμηλούς ρυθμούς, με οδηγό τις εξαγωγές και τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων και τη μεγάλη εσωτερική υποτίμηση, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών βελτιώθηκε ωστόσο λιγότερο από ό,τι σε άλλες χώρες που βρέθηκαν σε προγράμματα διάσωσης.

Η Citi εκτιμά ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα κινηθεί σε μέτριους ρυθμούς και θα αυξηθεί κατά 2% το 2018, που θα είναι και η καλύτερη επίδοση από το 2007, ενώ θα επιβραδυνθεί και πάλι τα επόμενα τέσσερα χρόνια (2019-2022) καθώς η συνεχιζόμενη δημοσιονομική λιτότητα λόγω των μεταμνημονιακών στόχων που έχουν τεθεί, θα συνεχίσει να αποτελεί”βαρίδι” για την ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, για το 2019 εκτιμά πως η ανάπτυξη θα βρεθεί στο 1,6%, τη διετία 2020-2021 θα επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 1,3%, ενώ το 2022 θα ανακάμψει ελαφρώς στο 1,4%. Όπως πάντως υπογραμμίζει η αμερικάνικη τράπεζα, αναγνωρίζει ότι το περιθώριο σφαλμάτων γύρω από αυτές τις προβλέψεις είναι μεγάλο, καθώς οι μεταβολές των επιπέδων εμπιστοσύνης μεταξύ ξένων επενδυτών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικά υψηλότερα / χαμηλότερα αναπτυξιακά αποτελέσματα, υποδηλώνοντας πως το μεγάλο “στοίχημα” για την πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι το κατά πόσο θα μπορέσει η ελληνική κυβέρνηση να προσελκύσει ξανά τους επενδυτές στα ελληνικά assets.

Σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, η Citi επαναλαμβάνει ότι βασίζεται ξεκάθαρα στην πολιτική. Η υποτονική εικόνα της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι αυτό που εξακολουθεί να καθιστά αμφίβολη τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους, ακόμα και μετά τη συμφωνία ελάφρυνσης που επετεύχθη στο Eurogroup. Ωστόσο, με το 80% του δημόσιου χρέους να βρίσκεται στα “χέρια” των πιστωτών και το μερίδιο αυτό να αναμένεται να μειωθεί πολύ αργά την επόμενη δεκαετία, περισσότερο η πολιτική παρά η οικονομία θα καθορίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του.  Η προθυμία των Ευρωπαίων πιστωτών να στηρίξουν την Ελλάδα – ενδεχομένως επιτρέποντας λιγότερο επιθετικούς / φιλόδοξους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα εάν οι σημερινοί αποδειχθούν ανέφικτοι – θα παραμείνει κρίσιμη για την αξιολόγηση της ικανότητας της Ελλάδας να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αμερικάνικης τράπεζας, το χρέος προς το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 187% φέτος, στο 183% το 2019, στο 178% το 2020 και στο 172% το 2021 και στο 166% το 2022. Σε ό,τι αφορά το πρωτογενές πλεόνασμα το “βλέπει” στο 3,9% φέτος και το 2019 εκτιμά ότι θα βρεθεί οριακά εντός στόχου και στο 3,5%.

Τέλος, σε ότι αφορά τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων οι οποίες και “καθορίζουν” την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αμερικάνικης τράπεζας θα κυμανθούν άνω του 4% έως το 2020 με μία ελαφρά βελτίωση το 2021 πριν επιδεινωθούν και πάλι το 2022.

Συγκεκριμένα για φέτος εκτιμά ότι το yield θα διαμορφωθεί στο 4,24% και κοντά στα τρέχοντα επίπεδα, το 2019 θα αυξηθεί σε αρκετά “ακριβά” επίπεδα και στο 4,76%, το 2020 στο 4,36%, το 2021 θα υποχωρήσει στο 3,97% ενώ το 2022 θα επανέλθει στα σημερινά επίπεδα και στο 4,26%.

Όπως προβλέπει επίσης, τα ελληνικά ομόλογα θα παραμείνουν εκτός επενδυτικού βαθμού για τα επόμενα 4 χρόνια τουλάχιστον αφού εκτιμά πως η S&P θα αναβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας έως και το ΒΒ- (από Β+ σήμερα) με θετικές προοπτικές μέσα στα επόμενα 2-4 χρόνια, ενώ η Moody’s θα προχωρήσει σε αναβάθμιση στο Β2 με σταθερές προοπτικές από Β3 σήμερα (θετικές προοπτικές) μέσα στους επόμενους εννέα μήνες.

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr, της Ελευθερίας Κούρταλη, 25/10/2018]

ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΙΣΜΟΣ ΟΙ ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑΣ

Η νευρικότητα που παρατηρείται στις αγορές τις τελευταίες ημέρες σε σχέση με τις ελληνικές τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα αποτελεί μια ακόμη απόδειξη για το πόσο επίπλαστο είναι το κυβερνητικό αφήγημα περί εξόδου από τα μνημόνια και επιστροφής στην κανονικότητα.

Όσο για τις αιτιάσεις των αρμόδιων υπουργών περί κερδοσκοπίας και/ ή πολιτικών παιχνιδιών, αυτές αποτελούν στρουθοκαμηλισμό σε σχέση με το γεγονός ότι το βουνό των «κόκκινων» δανείων υπονομεύει το τραπεζικό σύστημα και, μέσω αυτού, κάθε σοβαρή αναπτυξιακή προοπτική. Η ελληνική οικονομία δυστυχώς παραμένει σε μια κατάσταση de facto στασιμοχρεοκοπίας και δεν πρόκειται να εξέλθει από αυτή χωρίς δραστικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας.

Το «μαξιλάρι» υπερδανεισμού το οποίο εξασφαλίσαμε από τον ΕΜΣ καλύπτει τις δανειακές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου το πολύ έως την άνοιξη του 2020, ή και λιγότερο αν ένα μέρος του χρησιμοποιηθεί νωρίτερα για την αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος των «κόκκινων» δανείων των τραπεζών.

Από εκεί και πέρα το κράτος θα πρέπει να δανείζεται με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς από τις αγορές και τούτο θα γίνεται ούτως ή άλλως με επιτόκιο πολύ υψηλότερο από αυτό που μας χρεώνει τώρα ο ΕΜΣ. Η συνακόλουθη αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους θα κινδυνεύσει να λειτουργήσει ως αυτοεπαληθευόμενη προφητεία επιστροφής στο «2010», ίσως κάποια στιγμή στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2020.

Διέξοδος για την Ελλάδα μπορεί να βρεθεί μόνο με ένα νέο ξεκίνημα. Χρειαζόμαστε αποδόμηση του πελατειακού συστήματος και εμπέδωση του σεβασμού στη νομιμότητα και την αξιοκρατία. Χρειαζόμαστε περιστολή του παθολογικού αθηνοκεντρισμού του κράτους και μεταφορά υπηρεσιών, πόρων και αρμοδιοτήτων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Χρειαζόμαστε ανάσχεση της μετανάστευσης στο εξωτερικό, μέσω της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, οι οποίες δεν μπορούν παρά να προέλθουν από ιδιωτικές επενδύσεις (αφού το καταχρεωμένο ελληνικό κράτος είναι προφανώς ανέφικτο να βρει τους πόρους για ένα πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων στην απαιτούμενη τάξη μεγέθους). Χρειαζόμαστε επίσης περισσότερη κρατική υποστήριξη για την οικογένεια, μέσω δίκαιης κλιμάκωσης των φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων σε αντίστροφη αναλογία προς τον αριθμό των παιδιών.

Χρειαζόμαστε επομένως μια άλλη πολιτική, προφανώς από μια άλλη κυβέρνηση, η οποία να διαθέτει ισχυρότερη πολιτική νομιμοποίηση και ισχυρότερο αναπτυξιακό προσανατολισμό από τη σημερινή. Πέρα από αυτό όμως, χρειαζόμαστε και μια αλλαγή στις νοοτροπίες που έχουν διαποτίσει από δεκαετίες την ελληνική κοινωνία. Η διαρκής και εντυπωσιακή, σε βάθος χρόνου, άνοδος του βιοτικού επιπέδου από το 1949 έως το 2009 μας οδήγησε στην ψευδαίσθηση ότι έχουμε κεκτημένο δικαίωμα να καταναλώνουμε ολοένα περισσότερα, ενώ η πραγματική παραγωγή μας είχε αρχίσει από καιρό να φθίνει.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι είναι ανέφικτο όχι μόνο να αυξήσουμε την κατανάλωση, αλλά ακόμη και να τη διατηρήσουμε στα σημερινά επίπεδα, αν δεν παράγουμε περισσότερα διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Συνελόντι ειπείν, χρειαζόμαστε λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά.

[ΠΗΓΗ: https://www.liberal.gr/, του Κώστα Χ. Χρυσόγονου, Ανεξάρτητου Ευρωβουλευτή, 7/10/2018]

Η ΝΕΑ “ΚΩΛΟΤΟΥΜΠΑ” ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΔΙΧΑΖΕΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ…

Η “καινοτομία” ο προϋπολογισμός του 2018 να περιλαμβάνει δυο σενάρια, ένα με τις περικοπές συντάξεων των παλιών συνταξιούχων και ένα χωρίς αυτές, αποτελεί ένα στοιχείο που σκιαγραφεί μια στρατηγική ενδεχόμενης (έστω και επικοινωνιακής για εσωτερική κατανάλωση) ρήξης της κυβέρνησης με τους δανειστές ενόψει των προσεχών εκλογών.

Το σενάριο αυτό ενισχύθηκε και από την είδηση που έφερε στην επιφάνεια το γερμανικό Der Spiegel πως η ελληνική κυβέρνηση επαναφέρει το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων.

Το Der Spiegel δημοσίευσε στη διαδικτυακή του σελίδα άρθρο με τον τίτλο “Η Ελλάδα διεκδικεί 280 δισ. από τη Γερμανία”, αναφέροντας πως η ελληνική κυβέρνηση, μετά το τέλος των μνημονίων, είναι έτοιμη να προχωρήσει το ζήτημα των επανορθώσεων για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, έκθεση επί του ζητήματος θα έρθει και θα επικυρωθεί από την ελληνική Βουλή. Η εν λόγω έκθεση θα ορίζει πως η Ελλάδα δικαιούται επανορθώσεις 269,5 δισ. ευρώ από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο ποσό αυτό προστίθεται το κατοχικό δάνειο ύψους 10,3 δισ. ευρώ, βάσει υπολογισμών από τα τέλη 2014.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν πως η κυβέρνηση εν όψει των εκλογών και της χαμηλής συσπείρωσης που εμφανίζει στις δημοσκοπήσεις σε σχέση με αυτούς που την ψήφισαν το 2015, προσπαθεί να επαναπροσεγγίσει το πάλαι ποτέ αντιμνημονιακό μπλοκ που την έφερε στην εξουσία.

Τούτο ενδεχομένως να αποτελεί σπασμωδική κίνηση μετά την φτωχή συγκομιδή που απέδωσε η πρόσφατη στροφή προς την κεντροαριστερά και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Τις τελευταίες εβδομάδες έγινε φανερό πως η χρηματιστηριακή αγορά με αιχμή του δόρατος τις τράπεζες και τη ΔΕΗ αντελήφθη τις μετατοπίσεις αυτές και αντέδρασε όπως είχε αντιδράσει και το 2015.

Εν τω μεταξύ οι μετατοπίσεις αυτές των στρατηγικών επιλογών της κυβέρνησης μετά τη μνημονιακή “κωλοτούμπα” του 2015 φαίνεται πως διχάζουν και το ίδιο το κυβερνητικό στρατόπεδο.

Υπάρχουν εξελίξεις τις τελευταίες εβδομάδες που καταδεικνύουν την ύπαρξη ρηγμάτων εντός της κυβέρνησης.

Η αφαίρεση της εποπτείας των τραπεζών από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης κ. Γιάννης Δραγασάκη  και η ανάθεσή της στον έμπιστο του Μαξίμου αλλά ανίδεο επί του αντικειμένου κ. Αλέκο Φλαμπουράρη είναι μια από αυτές.

Η κίνηση αυτή μαρτυρά την πρόθεση του ηγετικού πυρήνα της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει τις τράπεζες ως μοχλό για τις προεκλογικές της επιδιώξεις και την περαιτέρω διεύρυνση της ρήξης με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδας κ. Στουρνάρα.

Στο στόχαστρο των υπογείων του Μαξίμου φαίνεται πως έχει μπει και ο κ. Τσακαλώτος, για τον οποίο πρόσφατα υπήρξε εχθρικό δημοσίευμα σε κυριακάτικο φιλικού προς την κυβέρνηση εντύπου  σε σχέση με συγγενή του που έχει εταιρεία εκμετάλλευσης “κόκκινων” δανείων αλλά και την φιλική του σχέση με τον κ. Στουρνάρα.

Επιπλέον, εδώ και αρκετούς μήνες δεν έχει περάσει απαρατήρητη η αποστασιοποίηση του κ. Τσακαλώτου, όπως π.χ. η απουσία του από την κωμική και αποτυχημένη τελετή της συμβολικής γραβατοφορίας του κ. Τσίπρα στο Ζάππειο.

Άλλο ένα ρήγμα είναι η δημόσια κριτική που άσκησε τις τελευταίες μέρες ο κ. Νίκος Φίλης στην ΕΡΤ η οποία στόχευε ευθέως τον στενό συνεργάτη του πρωθυπουργού κ. Νίκο Παππά.

Μεταξύ άλλων ο κ.  Ν. Φίλης ανέφερε για την ΕΡΤ  πως “κυβερνάται από το παλιό συντεχνιακό καθεστώς, ένα καθεστώς ιδιοτελών συμφερόντων” διαπιστώνοντας ότι “πολιτικά αυτό που παράγεται, δεν είναι ποιοτικό προϊόν. Ούτε προσφέρει απροκατάληπτη και σε βάθος ενημέρωση”.

“Δεν θέλω να μασάω τα λόγια μου. Η εικόνα της ΕΡΤ θυμίζει όλο και πιο πολύ την ΕΡΤ πριν το “μαύρο”. Η ΕΡΤ δεν λειτουργεί όπως είναι αναγκαίο για μια δημόσια τηλεόραση. Η ΕΡΤ είναι ένα κανάλι που έχει παραδιοίκηση”.

Από την πλευρά του ο κ. Παππάς όταν ρωτήθηκε σε σχέση με τις δηλώσεις Φίλη, απάντησε: “Δεν θέλω να πω τίποτα για τις δηλώσεις Φίλη, απάντησα στον κ. Μητσοτάκη. Είναι ταυτόσημη η κριτική”…

Τα παραπάνω καταδεικνύουν πως στην κυβέρνηση υπάρχουν ενδείξεις μιας νέας “κωλοτούμπας” έστω επικοινωνιακής για τις ανάγκες της μείωσης της διαφοράς από τη Νέα Δημοκρατία για την οποία όμως υπάρχουν ενστάσεις μιας σειράς κορυφαίων στελεχών τα οποία ανησυχούν για τις επιπτώσεις της στροφής αυτής στην οικονομία και τους αδύναμους κρίκους αυτής που είναι οι τράπεζες, η ΔΕΗ κλπ.

Οι μετατοπίσεις αυτές της κυβερνητικής στρατηγικής και οι τριβές μεταξύ διαφόρων κυβερνητικών στελεχών όπως είναι φυσικό έχουν διαρρεύσει στην αγορά η οποία αντέδρασε  και αντιδρά τις τελευταίες μέρες, με το sell off των τραπεζικών μετοχών.

Η κυβέρνηση στη συνέχεια κατά τη διάρκεια του κραχ της περασμένης εβδομάδας πέταξε στο τραπέζι την προοπτική δημιουργίας μια εταιρείας ειδικού σκοπού που θα αναλάβει 10-15 δισ. ευρώ “κόκκινων” δανείων.

Το ενδεχόμενο αυτό αποτελεί “ανάσα” για τις τράπεζες αλλά επίσης είναι δύσκολο να υλοποιηθεί καθώς θα συναντήσει αντιδράσεις στην Ευρώπη και την ΕΚΤ.

Στα παραπάνω προσθέστε και τις διεθνείς εξελίξεις όπως το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ, οι πληθωριστικές πιέσεις στη Γερμανία, η άνοδος των επιτοκίων από τη FED, η αδυναμία της Ελλάδας να προσελκύσει επενδύσεις, η αδυναμία επίτευξης υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και θα έχετε τα στοιχεία που συνθέτουν τον επόμενο Αρμαγεδδώνα για την ελληνική οικονομία και τη χώρα.

 

[ΠΗΓΗ: http://www.capital.gr, του Κώστα Στούπα, 7/10/2018]

ΧΑΘΗΚΕ ΑΕΠ 3 δις. ΕΥΡΩ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΑ!

Στην πραγματική οικονομία δεν γίνονται θαύματα, και ακόμη και αν γλιτώσουν προς το παρόν οι συντάξεις, η μείωση τους είναι θέμα χρόνου, όσο η ανάπτυξη θα συνεχίζει να βασίζεται τον τουρισμό, και όχι στις επενδύσεις, καθιστώντας αμφίβολο το φετινό στόχο του 2,1%.

Το πραγματικό πρόβλημα αυτής της οικονομίας, πίσω από τη συζήτηση για το αν θα περικοπούν ή όχι οι συντάξεις, βρίσκεται στην αδυναμία προσέλκυσης νέων κεφαλαίων, ελληνικών και ξένων, που σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, φέτος αναμένεται να αυξηθούν, με το σχεδόν μηδενικό… 0,8% έναντι ισχυρής ανόδου 11,1%, όπως προέβλεπε το Μεσοπρόθεσμο του Ιουνίου.

Τα παραπάνω μεταφράζονται στο αστείο ποσό των… περίπου 200 εκατ. ευρώ, αναδεικνύοντας το μεγάλο πρόβλημα της χώρας στην οποία, αφού δεν επενδύουν οι ίδιοι οι Έλληνες επιχειρηματίες, είναι παράλογο να το περιμένουμε από τους ξένους.

Σε τελικά νούμερα, αυτή η μηδενική αύξηση μεταφράζεται σε αύξηση των επενδύσεων από τα 22,2 δισ ευρώ του 2017, στα περίπου 22,4 δισ ευρώ φέτος, επιβεβαιώνοντας την κριτική ότι παρά τις προσδοκίες που είχαν αρχικά καλλιεργηθεί, τελικά θα πρόκειται για μια ακόμη χαμένη χρονιά στο συγκεκριμένο τομέα.

Το ενδιαφέρον ωστόσο ερώτημα είναι σε πόσο χαμένο ΑΕΠ, που θα μπορούσε να στηρίξει νέες δουλειές, μεταφράζονται οι επενδύσεις οι οποίες δεν θα γίνουν φέτος, διαψεύδοντας τις αρχικές εκτιμήσεις.

Αν οι επενδύσεις ύψους 22,2 δισ του 2017, αυξάνονταν φέτος με ρυθμό 11,1%, σύμφωνα με τη πρόβλεψη του Μεσοπρόθεσμου, η οποία δεν είναι υπερβολική ειδικά για χώρα εξερχόμενη από βαθιά ύφεση, τότε θα προστίθεντο περίπου 2,4 δισ. ευρώ στην οικονομία. Αφαιρώντας τα 200 εκατ. ευρώ της φετινής επίδοσης, προκύπτει ότι απωλέσαμε επενδύσεις, ύψους 2,2 δισ. ευρώ.

Πόσο θα μπορούσε να είναι το φετινό ΑΕΠ

Από εκεί και πέρα, για να υπολογίσει κανείς τη συμμετοχή των επενδύσεων στη μεγέθυνση του ΑΕΠ μιας χώρας, πρέπει να λάβει υπόψιν του ένα πολλαπλασιαστή, που σύμφωνα με τους οικονομολόγους ποικίλει ανάλογα με τη χρονιά και τη κατάσταση της κάθε οικονομίας, αλλά ένας μέσος όρος κινείται γύρω στο 1,3.

«Κάνοντας αυτή την άσκηση, προκύπτει ένα νούμερο γύρω στα 3 δισ ευρώ. Τόση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι η ανάπτυξη που χάθηκε από την αδυναμία της Ελλάδας να προσελκύσει για μια ακόμη χρονιά φρέσκο νέο χρήμα, εγχώριο ή από το εξωτερικό», όπως εξηγεί στο Liberal.gr, ο Κώστας Μελάς, καθηγητής Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στην πράξη, όπως ο ίδιος λέει, το φετινό ΑΕΠ που σύμφωνα με την πρόβλεψη της κυβέρνησης θα αυξηθεί 2,1%, και άρα θα κλείσει γύρω στα 191 δισ ευρώ, θα μπορούσε κάλλιστα να φτάσει στα 194 δισ. ευρώ.

Το χειρότερο είναι ότι η φετινή ανάπτυξη θα προέλθει και πάλι από τη μεγέθυνση της κατανάλωσης που συνεχίζει το καλύπτει το 70% του ΑΕΠ, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει υστέρηση των επενδύσεων, που αποτελούν φορείς τεχνολογίας και νέας συσσώρευσης κεφαλαίων, παράγοντες που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα για τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, και για την οποία όλοι μιλούν, αλλά λίγα βλέπουμε.

Eurostat : Τελευταία η Ελλάδα μεταξύ των 28

Σαν εικόνα, η φετινή επίδοση στις επενδύσεις, είναι χειρότερη απ’ ότι του 2017, όπου αυτές είχαν αυξηθεί κατά 9,7%, δίχως ωστόσο να ξεκολλήσει η Ελλάδα από την τελευταία θέση της κατάταξης, όπως προκύπτει από τα τελικά στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύτηκαν προ μερικών εβδομάδων.

Σε μια στιγμή που οι γείτονές μας, όπως Βουλγαρία και Ρουμανία, και άλλες χώρες της ΝΑ Ευρώπης συγκλίνουν ολοένα και περισσότερο με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, όπου οι επενδύσεις αντιστοιχούν στο 20,6% του ΑΕΠ, εμείς συνεχώς αποκλίνουμε.

Σύμφωνα με την Eurostat, η χώρα με τη χαμηλότερη πέρυσι συμμετοχή επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ, ανάμεσα στις 28, ήταν η Ελλάδα με ποσοστό 11,7% του ΑΕΠ. Δηλαδή για κάθε 100 ευρώ παραγόμενου ΑΕΠ στην Ελλάδα, ούτε τα 12 ευρώ δεν προήλθαν από επενδύσεις, όταν σε άλλες χώρες το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε τα 20 και τα 30 ευρώ (Ιρλανδία).

Στη γειτονιά μας, όλες σχεδόν οι χώρες αύξησαν την επενδυτική τους επίδοση με ρυθμούς πολύ μεγαλύτερους από τους ελληνικούς, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τη Σλοβενία (17,6% του ΑΕΠ), τη Βουλγαρία (18,6%), την Κροατία (19,6%) και τη Σλοβακία (21,20%).

[ΠΗΓΗ: https://www.liberal.gr/, του Γιώργου Φιντικάκη, 7/10/2018]

Θ. ΦΕΣΣΑΣ: ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΧΕΙ ΧΑΛΑΣΕΙ

Το κλίμα στην οικονομία έχει χαλάσει και η κατάσταση θα επιδεινώνεται όσο θα πλησιάζουμε στις εκλογές, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, Θεόδωρο Φέσσα, ο οποίος αφήνει παράλληλα σαφείς αιχμές για τις ευθύνες που βαρύνουν τους μετόχους και τις διοικήσεις, επιχειρήσεων που πρωταγωνιστούν αρνητικά στην επικαιρότητα, δηλαδή της Foli Follie και της ΔΕΗ.

“Είτε η επιχείρηση ανήκει σε ιδιώτη, είτε στο κράτος και στο κοινό, όπως η ΔΕΗ, η ευθύνη είναι ίδια, βαρύνει τη διοίκηση”, απάντησε ο κ. Φέσσας σε ερώτηση του “Φ” κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με αφορμή τη παρουσίαση έρευνας για το επιχειρηματικό περιβάλλον που διεξήχθη την περίοδο εξόδου της Ελλάδας από το 3ο Μνημόνιο από την MRB.

Σε ερώτηση αν θα χαρακτήριζε τη ΔΕΗ βιώσιμη, ο κ. Φέσσας απάντησε “υπό κάποιες προϋποθέσεις, ναι”, διευκρινίζοντας ότι θα έπρεπε να αποκτήσει “μια εντελώς άλλη διάρθρωση στη διοίκηση και στο επιχειρηματικό περιβάλλον”.

Σχετικά με το ζήτημα των κόκκινων δανείων, ο κ. Φέσσας απάντησε ότι οι τράπεζες θα έπρεπε να είναι πιο δυναμικές ως προς την αντιμετώπισή τους, τονίζοντας ότι επιχειρήσεις με σοβαρό πρόβλημα, θα έπρεπε να αναδιαρθρώνονται, με αλλαγή διοικήσεων, και όχι να τους γίνεται μια ρύθμιση στα δάνεια, κλωτσώντας ουσιαστικά το τενεκεδάκι πιο κάτω.

Σχολιάζοντας την πορεία της οικονομίας, ο κ. Φέσσας μίλησε για χαμηλές πτήσεις, εικόνα που δεν είναι ρόδινη, ρυθμούς ανάπτυξης 2% που δεν εγγυώνται έξοδο από τη κρίση, κλίμα που χαλάει ολοένα και περισσότερο καθώς έχουμε μπει σε προεκλογική περίοδο, και μια χώρα που συνεχίζει να μην πείθει τους επενδυτές, και τις αγορές, στους οποίους δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. “Η Ελλάδα δεν έχει φύγει από τα καντράν της αμφιβολίας των αγορών”, είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Η οικονομία όπως τόνισε, βρίσκεται «σε χαμηλή πτήση ανάπτυξης 2%» και «δεν αρκούν για να μοιραστούν χρήματα που δεν υπάρχουν».

Όσο το ΑΕΠ δεν θα αυξάνεται, τόσο οι δείκτες θα επιδεινώνονται, και θα μιλάμε για περικοπή συντάξεων, αντίθετα αν αυξηθεί το ΑΕΠ δεν θα χρειάζεται αυτές να μειωθούν να κοπούν ούτε οι συντάξεις, ούτε τίποτα. “Μπορεί στην Ελλάδα να βγήκαμε από το μνημόνιο, να είμαστε δεμένοι σε ένα σταθερό νόμισμα, να υπάρχει έδαφος για επενδύσεις, αλλά δεν εμπνέουμε εμπιστοσύνη και δεν δείχνουμε καμία σταθερότητα, αυτά δεν βελτιώνονται, και γίνονται πολύ πιο έντονα όσο πλησιάζουν οι εκλογές. Οι επενδύσεις θέλουν κερδοφορία, και σταθερό περιβάλλον, εδώ στην Ελλάδα ακόμη δεν τα έχουμε”, σχολίασε ο κ. Φέσσας.

Αυξάνεται η διαφθορά και η αδιαφάνεια

Σύμφωνα με την έρευνα της MRB, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ελληνικό επιχειρείν με αυξητικό ρυθμό, είναι η διαφθορά και η αδιαφάνεια, που πλήττει κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ένα μήνα μετά την έξοδο της χώρας από το μνημόνιο,  ο επιχειρηματικός κόσμος απαντά στην ετήσια έρευνα της MRB ότι παρ’ ότι το συνολικό οικονομικό κλίμα βελτιώνεται, εντούτοις αυτό δεν επαρκεί, όπως δείχνει και η αποκλιμάκωση των μακροοικονομικών δυσκολιών για τις επιχειρήσεις, από το 7, στο 6,8, με χειρότερη επίδοση το 10. “Ο ασθενής παραμένει ασθενής, απλώς δείχνει κάποια σημάδια βελτίωσης, δίχως να σημαίνει ότι δεν παραμένει ασθενής, απλώς κουνάει τα βλέφαρα, δείχνει ένα παλμό”, όπως ανέφερε ο Δ.Μαύρος από την MRB.

Οι αβεβαιότητες υποχωρούν, εντούτοις παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Το 43,7% των επιχειρηματιών θεωρεί ότι η Ελλάδα θα εξέλθει της κρίσης σε τέσσερα χρόνια, άποψη με την οποία συμφωνεί και το 78% του ευρύ κοινού. Σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό όσων απαντούν ότι ελάχιστα έχουν αλλάξει και ότι η εικόνα παραμένει άσχημη είναι το 91,7%, παρά τη βελτίωση  κατά 7,1 μονάδες.

[ΠΗΓΗ: https://www.liberal.gr/, του Γιώργου Φιντικάκη, 4/10/2018]