ΚΟΒΑΛΤΙΟ: Η ΚΙΝΕΖΙΚΗ CMOC ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΤΗ GLENCORE ΣΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η παραγωγή της εταιρείας ανήλθε σε 55.526 μετρικούς τόνους, καλύπτοντας πάνω από το 1/4 της παγκόσμιας ζήτησης των 213.000 τόνων

Η κινεζική CMOC Group ξεπέρασε την Glencore  για να γίνει ο μεγαλύτερος παραγωγός κοβαλτίου στον κόσμο το 2023  καθώς αύξησε το νέο της ορυχείο Kisanfu στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Η παραγωγή της εταιρείας σημείωσε άλμα 174% σε ετήσια βάση και ανήλθε σε 55.526 μετρικούς τόνους, καλύπτοντας πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας ζήτησης των 213.000 τόνων.

Το ορυχείο Kisanfu, στο οποία ο κινεζικός γίγαντας μπαταριών CATL κατέχει μειοψηφικό μερίδιο, έχει κατακλύσει την αγορά κοβαλτίου. Το Ινστιτούτο κοβαλτίου εκτιμά ότι η παγκόσμια παραγωγή θα υπερβεί τη ζήτηση κατά 12.500 τόνους το 2023, καθιστώντας το ένα από τα «μεγαλύτερα πλεονάσματα των τελευταίων ετών».

Η CMOC δεν ανησυχεί. Σχεδιάζει να αυξήσει περαιτέρω την παραγωγή φέτος, παρά την πτώση της τιμής του κοβαλτίου από 40 δολάρια ανά λίβρα τον Μάιο του 2022 στα τρέχοντα 13 δολάρια.

Άλλοι δεν έχουν την πολυτέλεια να είναι τόσο αισιόδοξοι. Η κατάρρευση της τιμής έχει ανατρέψει τα οικονομικά των έργων και υπονομεύσει τις δυτικές ελπίδες για μείωση της εξάρτησης από την Κίνα για ένα μέταλλο που είναι κρίσιμο τόσο για την τεχνολογία καθαρής ενέργειας όσο και για το στρατιωτικό υλικό.

Αλλά η Δύση αμφισβητεί τώρα τη «σφιχτή λαβή» της Κίνας για τον ορυκτό πλούτο που βρίσκεται κάτω από το έδαφος του Κονγκό και της γειτονικής του Ζάμπια.

Αυτή η νέα αναμέτρηση για την Αφρική έχει μια μετα-αποικιακή πτυχή, καθώς και οι δύο χώρες φιλοδοξούν να γίνουν σημαντικοί παράγοντες στην κρίσιμη κούρσα για τα ορυκτά.

Το Copperbelt που εκτείνεται μεταξύ της βόρειας Ζάμπια και του νότιου τμήματος του Κονγκό εξακολουθεί να περιέχει μερικά από τα πλουσιότερα κοιτάσματα χαλκού και κοβαλτίου στον κόσμο.

Η KoBold Metals, μια εταιρεία εξερεύνησης μετάλλων με έδρα την Καλιφόρνια , που υποστηρίζεται από τους δισεκατομμυριούχους Bill Gates και Jeff Bezos, ισχυρίζεται ότι το έργο της Mingomba στη Ζάμπια διαθέτει περιεκτικότητα χαλκού περίπου 5%, σε σύγκριση με κάτω από 1% για τα περισσότερα μεγάλα ορυχεία στη Χιλή, τον κορυφαίο παραγωγό στον κόσμο.

Επένδυση υψηλού (πολιτικού) ρίσκου

Λίγες δυτικές εταιρείες εξόρυξης έχουν αποτολμήσει μέχρι τώρα το εγχείρημα στο αναγεννημένο Copperbelt, φοβούμενες το τρομακτικό μείγμα του πολιτικού κινδύνου, των κακών υποδομών και, στην περίπτωση του κοβαλτίου του Κονγκό, των ηθικών ζητημάτων γύρω από την βιοτεχνική εξόρυξη. Ακόμα λιγότεροι έχουν αντέξει.

Ο αμερικανικός παραγωγός Freeport McMoRan  έθεσε σε παραγωγή το ορυχείο χαλκού-κοβαλτίου Tenke Fungurume το 2009. Πούλησε τη συμμετοχή της στην CMOC το 2016, δίνοντας στην κινεζική εταιρεία το πρώτο της πάτημα στο Κονγκό.

Η Freeport προχώρησε στην πώληση της CMOC του κοιτάσματος Kisanfu το 2020 λέγοντας ότι, δεν ήταν «πλέον στρατηγικό» για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της. Η CMOC προφανώς βλέπει το κοίτασμα πολύ διαφορετικά.

Και οι δυτικές κυβερνήσεις φαίνεται επίσης να καταλήγουν στην άποψη ότι αν έχεις στρατηγική έλλειψη ενεργειακών μετάλλων μετάβασης, όπως ο χαλκός και το κοβάλτιο, υπάρχει μόνο ένα μέρος για να κατευθυνθείς. Επιστροφή στην Αφρική.

[ΠΗΓΗ: https://www.ot.gr/, 19/2/2024]