ΣΤΟ ΝΑΔΙΡ ΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑΣ-ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Μετ’ εμποδίων εξελίσσονται οι εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ρωσία με τις συνθήκες να επιβαρύνονται σημαντικά ύστερα από την ουκρανική κρίση. 

Εκτός από την επιβολή των επιπλέον κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες επηρέασαν αρνητικά τις εξαγωγές ορισμένων ελληνικών προϊόντων τα οποία εμπίπτουν στην απαγόρευση εξαγωγών προς την ρωσική αγορά, το διμερές εμπόριο βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρές δυσκολίες σε επίπεδο μεταφορών.

Μάλιστα, σε αυτόν τον τομέα εντοπίζονται και τα μεγαλύτερα προβλήματα όπως αναφέρει το ελληνικό γραφείο οικονομικών και εμπορικών υποθέσεων στην Μόσχα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν δημιουργηθεί προβλήματα και στις διατραπεζικές συναλλαγές ενώ αρκετές ήταν οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες ιδιαίτερα κατά το πρώτο διάστημα μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, είχαν εκφράσει την ανησυχία τους για το κατά πόσο θα υπήρχε δυνατότητα ομαλής αποπληρωμής τους μέσω εμβασμάτων από την Ρωσία. 

Προβλήματα σε μεταφορές και τραπεζικές συναλλαγές 

Επιπλέον, εκτός από τους όποιους περιορισμούς, ένας ακόμη παράγοντας ο οποίος έχει λειτουργήσει ανασταλτικά για τις ελληνικές εξαγωγές αποτελεί το υψηλό κόστος που πλέον εμφανίζουν τα ελληνικά προϊόντα καθώς οι συνθήκες της εσωτερικής αγοράς χαρακτηρίζεται από μείωση της αγοραστικής δύναμης των Ρώσων καταναλωτών, από υψηλό μέσο πληθωρισμό της τάξεως του 15% καθώς και από το σκληρό ρούβλι.

Όπως σημειώνει το ελληνικό γραφείο στην Μόσχα, κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, δέχθηκε, εκτός των τηλεφωνικών ερωτημάτων, 54 γραπτά αιτήματα εκ των οποίων σε ποσοστό 52% αφορούσαν στην ενημέρωση για την κατάσταση στην ρωσική αγορά όπως για παράδειγμα διευκρινίσεις για τους περιορισμούς και τις κυρώσεις, 28% αφορούσε σε αναζήτηση συνεργασιών στον τομέα τρόφιμα και ποτά (ελαιόλαδο, χυμούς οίνους), 8% κοσμήματα και είδη αρωματοποιίας, 7% πρώτες ύλες και εξοπλισμό (κυρίως ιατρικό), 5% υπηρεσίες (κυρίως τουριστικές).

Οι επιπλέον δυσκολίες 

Σε αυτό το περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί έρχονται να προστεθούν τα εμπόδια φυτοϋγειονομικών / τεχνικών προδιαγραφών που τίθενται κατά καιρούς από την πλευρά της Ρωσίας στις εισαγωγές προϊόντων, η συνεχής μεταβολή των ισχυόντων κανονισμών, η παροχή της απαραίτητης πληροφόρησης μόνο στη ρωσική γλώσσα και τα πάσης φύσεως γραφειοκρατικά εμπόδια.

Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει ένα ιδιόμορφο τοπίο όσον αφορά στην πρόσβαση των ελληνικών αγαθών στην ρωσική αγορά, η οποία θεωρείται σημαντική όχι μόνο λόγω του μεγέθους της και του υψηλού ενδιαφέροντος για νέα προϊόντα αλλά και λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί την είσοδο για τις γειτονικές αγορές. 

Ισχυρό πλήγμα για τα γεωργικά προϊόντα 

Σημαντικό πλήγμα έχουν δεχθεί τα ελληνικά γεωργικά προϊόντα μετά την απαγόρευση εισαγωγής τους που επιβλήθηκε ως αντίμετρο στις κυρώσεις των δυτικών χωρών έναντι της Ρωσίας.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Ρωσία ξεκίνησε μια στρατηγική ανάπτυξης της γεωργίας και κτηνοτροφίας, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών σε ορισμένους κλάδους ή την απόκτηση αυτάρκειας μέσω της δημιουργίας εγχώριας παραγωγικής δομή.

Προκειμένου να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος σκοπός, παρέχει κίνητρα για επενδύσεις, προωθεί την εισαγωγή νέων μεθόδων και τεχνολογιών για καλλιέργειες και ενισχύει την εγχώρια επεξεργασία πρώτων υλών.

Είναι προφανές ότι η έντονη αυτή δραστηριοποίηση δημιουργεί ευκαιρίες τις οποίες εκμεταλλεύτηκαν επιτυχώς χώρες σαν τη Δανία, την Ολλανδία, τη Γερμανία και άλλες, οι οποίες αντιστάθμισαν τις απώλειες από το γεωργικό εμπάργκο με την αύξηση της εξαγωγής προϊόντων και υπηρεσιών γεωργικής τεχνολογίας, ευκαιρία την οποία θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν και οι ελληνικές επιχειρήσεις.

Το ένα τρίτο της αξίας τους έχασαν οι ελληνικές εξαγωγές στο πρώτο εξάμηνο 

Σε ό,τι αφορά τώρα την πορεία των ελληνικών εξαγωγών προς την Ρωσία κατά το πρώτο εξάμηνο της τρέχουσας οικονομικής χρήσης, αυτές κατέγραψαν σημαντική πτώση, χάνοντας περίπου το ένα τρίτο σε αξία σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα.

Ισχυρό χτύπημα έχουν δεχθεί κυρίως τα είδη πολυτελείας, καθώς η ευρωπαϊκή οδηγία απαγορεύει τις εξαγωγές προϊόντων των οποίων η αξία ανά τεμάχιο ξεπερνά τα 300 ευρώ.

Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται τα είδη από γουνόδερμα, γουναρικά και τεχνητά γουνοδέρματα, οι εξαγωγές των οποίων έφτασαν μόλις τα 1,16 εκατ. ευρώ σε αξία και τα 253.470 κιλά σε ποσότητα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2022, σημειώνοντας μείωση -52,23% και -76,27%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους πρώτους 6 μήνες της περσινής χρονιάς.

Εκτός των γουναρικών, τις μεγαλύτερες μειώσεις σε εξαγωγική αξία κατά την εξεταζόμενη περίοδο κατέγραψαν τα προϊόντα θαλάσσιας και ποτάμιας ναυσιπλοΐας (-77,69%), τα τεχνουργήματα χαλκού (-73,25%), τα τεχνουργήματα αργιλίου (-61,26%), τα φαρμακευτικά (-47,21%) και τα προϊόντα χημικών βιομηχανιών (-44,19%).

Τέλος, να σημειωθεί ότι οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών προϊόντων προς τη Ρωσία, διαμορφώθηκαν στα 60,214 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2022, έναντι 86,362 εκατ. ευρώ στο αντίστοιχο περσινό διάστημα, υποχωρώντας κατά 30,3%. Η πτώση είναι ελαφρώς μεγαλύτερη εάν εξαιρεθούν τα ενεργειακά προϊόντα, φτάνοντας το -31%.

[ΠΗΓΗ: https://www.capital.gr/, της Ματίνας Χαρκοφτάκη, 27/10/2022]